Παρασκευή, Ιούνιος 30, 2006

Ταξίδι...

Στα χέρια του Μορφέα θέλω να παραδοθώ...
και μαζί με τον αδελφό του τον Φάντασο να ταξιδέψω...
στην αγκαλιά του πατέρα τους, του Ύπνου λοιπόν ας αφεθώ...
την ζωή μου για να μαγέψω...

Πέμπτη, Ιούνιος 29, 2006

Απόφαση...

Στα χέρια μου κρατάω ένα φως. Το φως της ζωής μου. Το φως της ψυχής μου. Το κοιτώ και δεν το αναγνωρίζω. Δεν πιστεύω ότι είναι δικό μου. Δικό μου; Πάντα ανήκε αλλού. Πάντα αποφάσιζε με γνώμονα την αγάπη του για τους άλλους. Το έδινα απλόχερα. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Νόμιζα ότι αποφάσιζα εγώ αλλά είχα λάθος. Λάθος; Πως το άφησα να γίνει; Πως; Γιατί; Και τώρα; Στα χέρια μου και η απόφαση. Απόφαση σωστή ή λάθος; Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι θα είναι δική μου. Μόνο δική μου, πια. Δική μου. Από μένα, για μένα...

Τετάρτη, Ιούνιος 28, 2006

Τριαντάφυλλα στο παράθυρο...

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια.
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ' αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους.
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων.
Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας.
Ανδρέας Εμπειρίκος

Τρίτη, Ιούνιος 27, 2006

Πες μου...

Προσπαθώ. Εσύ ξες πόσο προσπαθώ. Εσύ ξες τι έχω. Τι περνάω. Τι πέρασα. Τι έζησα. Τι έγινε. Τα ξες όλα. Δεν έκρυψα τίποτα. Τίποτα. Δεν είχα λογο. Δεν κρύφτηκα. Από την πρώτη στιγμή. Από το πρώτο λεπτό. Οι σκέψεις μου διάφανο γυαλί. Τα συναισθήματα μου όλα πλήρως εξηγημένα. Για να μην υπάρξει η οποιαδήποτε παρανόηση. Παρερμήνευση. Όσο καλυτέρα μπορούσα. Όσο μπορούσα. Και έσπασα. Και χάθηκα. Και άδειασα. Και έπεσα. Διαλυθήκαν όλα. Όλα. Το έζησες. Το είδες. Το άκουσες. Το ένιωσες. Σε είχα δίπλα μου. Μαζί μου. Δεν πήγα απέναντι. Όσο χάλια και να ήμουν, ήμουν εκεί για σένα. Να εξηγώ. Να μιλάω. Να αναλύω. Να διευκρινίζω. Σε σένα. Σε όλους. Αβάσταχτο. Αδιανόητο. Έξω από κάθε λογική. Το έκανα όμως. Το έκανα. Μου στάθηκες. Ναι, μου στάθηκες. Και τώρα προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια μου. Την ζωή μου. Τις σκέψεις μου. Να τα βάλω σε μια σειρά. Μια τάξη. Να ζήσω. Να ζήσω. Ξες πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες μου. Το ξες. Όπως ξες ότι και πάντα έβλεπα πίσω από τις λέξεις σου. Προσπαθούσα να σου εξηγήσω εγώ το νόημα τους. Να δεις τα λάθη τους. Λάθος λέξεις, εκφράζουν και βγάζουν λάθος νόημα. Αλλά εγώ προσπαθούσα, σε άκουγα να μιλάς πίσω από αυτές. Και ήμουν εκεί, ακόμη και όταν ήταν σκληρές. Παραλογές. Και στις εξηγούσα. Και βρίσκαμε μαζί το πραγματικό νόημα. Πριν. Τώρα δεν μπορώ, άλλο. Η ισορροπία μου είναι σε τεντωμένο σκοινί. Πάλλεται. Πάλλεται ανάλογα με τα ερεθίσματα. Κατάλαβες; Πες μου, κατάλαβες; Ή πρέπει να το εξηγήσω και αυτό;

Υπόσχεση...

στην καρδιά μου... υπόσχεση ζωής...

Δευτέρα, Ιούνιος 26, 2006

Μια στιγμή...

Μια ζωή... ένα τσιγάρο...

Κυριακή, Ιούνιος 25, 2006

Κενό...

Όλα μπερδεμένα. Άτακτα. Χαώδεις. Αισθήματα. Σκέψεις. Ερεθίσματα. Συνδέσεις. Εικόνες. Αντίληψη. Παλεύω με το κενό... αλλά πως είναι δυνατόν να παλεύεις με το κενό; Είναι άνισος αγώνας. Το κενό έχει τεράστιες δυνάμεις. Εγώ καμία πια. Καμία...

Σάββατο, Ιούνιος 24, 2006

Για χάρη σου...

Περπάτησα για χάρη σου
του φεγγαριού το δρόμο,
κατέβηκα ως τον Άδη σου
κοντά σου να 'μαι μόνο...


Πολλές φορές σε μίσησα
που σ'αγαπούσα τόσο,
πόσες φορές σε ζήτησα
μ' έκανες να ματώσω...


Σπατάλησα για χάρη σου
τ'αδέσποτά μου χρόνια,
ζωή είχα το σκοτάδι σου
και το 'ντυσα με λόγια...


Μουσική: Παντελής Θαλασσινός

Πώς να σωπάσω...

....Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου; Ο ουρανός δικός μου, η θάλασσα στα μέτρα μου...

Πώς να με κάνουν να τον δω τον ήλιο μ’ άλλα μάτια; Στα ηλιοσκαλοπάτια, μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...

Στου βούρκου μέσα τα νερά, ποια γλώσσα μου μιλάνε αυτοί που μου ζητάνε να χαμηλώσω τα φτερά;

Πώς να σωπάσω μάνα μου; Πώς;...

Νίκος Ξυλούρης (1936-1980)

Μάνα...

όταν ήρθες στον κόσμο, σε κράτησε στα χέρια της, την ευχαρίστησες με το να κλαις σαν τρελό...

όταν ήσουν 5 σε έντυσε όμορφα για τις γιορτές, την ευχαρίστησες με το να παίζεις στην λάσπη...

όταν ήσουν 10 σου αγόρασε μία μπάλα, την ευχαρίστησες με το να την ρίξεις στο παράθυρο του γείτονα...

όταν ήσουν 15 ήρθε σπίτι από την δουλειά περιμένοντας μία αγκαλιά, την ευχαρίστησες με το να βρει την πόρτα σου κλειδωμένη...

όταν ήσουν 20 σε ρώτησε αν έβλεπες κάποια κοπέλα, την ευχαρίστησες με το να της πεις “δεν είναι δουλειά σου”...

όταν ήσουν 25 σε βοήθησε στο γάμο σου, έκλαψε και σου είπε πόσο πολύ σε αγαπά, την ευχαρίστησες με το να της πεις “Μάνα, σε παρακαλώ”...

όταν ήσουν 30 σε πήρε τηλέφωνο για να σου δώσει συμβουλές για το μωρό σου, την ευχαρίστησες με το να της πεις ότι άλλαξαν οι καιροί...

όταν ήσουν 40 σου τηλεφώνησε για να σου θυμίσει τα γενέθλια κάποιου συγγενή, την ευχαρίστησες με το να της πεις ότι είσαι πολύ απασχολημένος...

όταν ήσουν 50 αρρώστησε και σε χρειαζότανε να την φροντίσεις, την ευχαρίστησες με το να της διαβάσεις για το πόσο μεγάλο βάρος είναι οι γονείς στα παιδιά τους...

Και, κάποια μέρα πέθανε ήσυχα και ξαφνικά θυμήθηκες όλα όσα δεν έκανες...

“το χέρι που κουνά την κούνια, μπορεί να κουνήσει τον κόσμο όλο”...

(αφιερωμένο...)

Παρασκευή, Ιούνιος 23, 2006

Έτσι ξαφνικά...

Έτσι ξαφνικά σε είδα απέναντί μου
Έτσι ξαφνικά μπήκες στη ζωή μου
Έτσι ξαφνικά στάθηκες στη πόρτα
Είπα βιαστικά μείνε λίγο ακόμα

Έρωτας το βλέπω είσαι, πυροτέχνημα που ήρθε
κι έσκασε στα μάτια μου μπροστά
Χίλιους όρκους πήρα πίσω και τολμώ να σ’ αγαπήσω
τα ‘χασα, μου ήρθε ξαφνικά

Άρχισες και να μου λείπεις, το τηλέφωνο μεσίτης
χάνομαι όταν κλείνεις ξαφνικά
Το μυαλό μου μηδενίζω και με σένα το γεμίζω
πόσο υπερβάλλω ξαφνικά

Έτσι ξαφνικά
Όπως μπήκες στη ζωή μου θα φοβάμαι μην σε χάσω ξαφνικά

Έτσι ξαφνικά η νύχτα αυτή διαφέρει
Έτσι ξαφνικά μου ‘πιασες το χέρι
Έχεις μια μάτια που με αφοπλίζει
Έτσι ξαφνικά η ζωή μου αξίζει...

(αφιερωμένο σε μένα με όση καρδιά μου έχει μείνει... δική σου...)

Τίποτα...

Αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω. Να ξεκινήσω και να τα γράψω όλα. Όλα. Ποια όλα όμως; Την ζωή μου; Χμ... μελόδραμα θα βγει ή στην καλύτερη των περιπτώσεων αρχαία τραγωδία. Να γράψω τις σκέψεις μου. Ίσως θα ήταν μια κάποια λύσις. Αλλά είναι τόσο κοφτές πλέον, τόσο ασυναίσθητες που ακόμη και εμένα την ίδια με τρομάζουν. Εγώ να σκέφτομαι έτσι; Αδύνατον. Πως; Γιατί; Χμ... τι να μου απαντήσω. Αφού ξέρω. Εγώ ξέρω. Να γράψω για τα όνειρα μου. Ίσως. Για ποια όνειρα όμως; Για ποια; Τα δικά μου; Δεν τα θυμάμαι πια. Είναι τόσο παλιά. Τόσο μικρά. Ξεθώριασαν. Αστα και αυτά, λοιπόν. Να γράψω για τα θέλω μου. Καλό θα είναι. Ίσως έτσι τα καταλάβω κιόλας. Θέλω...
Κοιτάζω εδώ και πόση ώρα το χαρτί και δεν έγραψα λέξη. Δεν μου βγαίνει τίποτα. Κενό. Εκνευρίζομαι. Ξεφυσάω. Τελικά δεν θα γράψω τίποτα. Τίποτα...

Πεπρωμένο...

Γιατί οι άνθρωποι μόνο όταν βλέπουν τον εαυτό τους μέσα σου
βεβαιώνονται οτι κι εσύ υπάρχεις.

...ο ουρανίσκος μου είναι
ένα μικρό κοιμητήρι όπου σαπίζουν
χιλιάδες ανείπωτα λόγια.

Tο ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς - την πρώτη μέρα
που διστάσαμε να πάρουμε μιάν απόφαση ή που σταθήκαμε εύκολοι
σε μιάν αναβολή.

Oλα όσα αρνηθήκαμε - αυτό είναι το πεπρωμένο μας.

απόσπασμα απο το ποιήμα του Τάσου Λειβαδίτη Oι τελευταίοι (1966)

Πέμπτη, Ιούνιος 22, 2006

Αδυναμίες...


Καμία δεν είχες
Εγώ είχα μια:
Αγάπησα

Μπέρτολντ Μπρεχτ
(1898-1956)

Βίνσεντ Βαν Γκογκ...

Αντιμέτωπος με τον εαυτό του...

Μπορεί να κατόρθωσε να πουλήσει μόλις ένα πίνακά του κατά τη διάρκεια της ζωής του κι αυτόν για μόλις 100 περίπου δολάρια. Όμως ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών. Οι πίνακές του συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο ακριβοπληρωμένων. Κι όμως -τι ειρωνεία!- ο ίδιος δεν πρόλαβε να γνωρίσει τη διεθνή καταξίωση στην τόσο σύντομη ζωή του, το άδοξο τέλος της οποίας το έβαλε ο ίδιος όταν αποφάσισε σε ηλικία 37 ετών να αυτοπυροβοληθεί. Για όσο καιρό έζησε άλλωστε ήταν ένας Δον Κιχώτης, ένας στρατιώτης που είχε πάντα να πολεμήσει σε ένα ανοιχτό μέτωπο με τον εαυτό του και την τέχνη του...

(αγαπημένος ζωγράφος...)

Τετάρτη, Ιούνιος 21, 2006

Ανάσα...

Στον αέρα άρωμα κανέλλας. Το φως χαμηλό. Οι ήχοι απόμακροι. Το βλέμμα του σαν πέπλο σκεπάζει το σώμα της. Τα μάτια του υγρά. Τα χείλη του τρέμουν. Τα χέρια του την αγγίζουν. Απαλά. Πλέκονται στην μέση της. Την κολλάει πάνω του. Της ψιθυρίζει στο αυτί τις σκέψεις του. Ο ήχος ζεστός την ανατριχιάζει. Αισθάνεται την ανάσα του. Ζητάει τα χείλη του. Τα ρουφάει απαλά. Τα χέρια της στα μαλλιά του, λες και θέλει να αισθανθεί τις σκέψεις του. Το στήθος της αγγίζει το δικό του. Οι καρδιές χτυπούν ακανόνιστα. Τα χείλη γίνονται πιο απαιτητικά. Τα χέρια το ίδιο. Τα κορμιά σφίγγονται. Ενώνονται. Οι ανάσες δυνατές. Οι χτύποι της καρδιάς συντονίζονται. Η αίσθηση ξεχειλίζει. Το πάθος βογκά. Η ένωση έρχεται. Όλα χάνονται. Ο χρόνος. Ο τόπος. Τα πάντα. Το συναίσθημα επικρατεί. Τους κυριεύει. Τους κάνει ένα. Ένα. Ένα κορμί. Ένα μυαλό. Μια καρδιά. Ένας χτύπος. Μια ανάσα πια... μια... η δική τους...


(αφιερωμένο στην ανάσα τους... όποτε...)

Προβολή…

Κλείνω τα μάτια. Τα βλέπω όλα. Ταχύτητα κινηματογραφική. Χωρίς διάλειμμα. Αίσθηση κενού. Τα ανοίγω πριν το τέλος. Δεν θέλω να το δω. Το ξέρω. Τέλος προβολής...

Τρίτη, Ιούνιος 20, 2006

Γιατί...

Όλα τα γιατί έχω μαζέψει. Όλα. Τα έχω απλώσει στο πάτωμα της ψυχής μου και τα κοιτώ. Ένα ένα τα ακουμπώ κάτω. Από την αρχή. Τα βάζω στην σειρά. Πονάνε. Ξαφνικά το καθένα από αυτά ανοίγει, απλώνεται μέσα στο άλλο. Μαυρίζει το πάτωμα. Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω πια. Έχουν γίνει ένα. Ένα μεγάλο γιατί. Χωρίς απάντηση. Με πόνο. Με αδικία. Ήταν άδικο τελικά. Πολύ. Δεν έπρεπε. Δεν άξιζε. Λάθος. Όλα λάθος. Φουσκώνουν. Με πνίγουν. Δάκρυα στα μάτια. Πέφτουν ένα ένα και αυτά. Σιωπή...

Ο πληθυντικός αριθμός

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες .

Ο φόβος ,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνο ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα...


Κική Δημουλά

Δευτέρα, Ιούνιος 19, 2006

Πάλι από την αρχή...

...θα πρέπει να ξεκινήσω. Να τα δω όλα από την αρχή. Με νέα ματιά. Να μάθω τα πάντα. Να δημιουργήσω νέες εικόνες. Νέες συνδέσεις. Νέα αισθήματα για πράγματα και καταστάσεις. Να αναθεωρήσω. Να αναδιοργανώσω. Να ανακατατάξω. Να επαναδιαπραγματευτώ. Να επανατοποθετήσω. Να ξαναοριοθετηθώ. Να γίνω πάλι παιδί και να μεγαλώσω κανονικά αυτήν την φορά... κανονικά... όπως έπρεπε... όπως μου άξιζε...

Όνειρα...

Δεν ξέρω αν τα όνειρα μας, αφορούν στιγμές που δεν ζήσαμε στο παρελθόν ή στιγμές που θα θέλαμε να ζήσουμε στο μέλλον. Δεν ξέρω καν τι αφορούν. Ανακεφαλαιώσεις ή αναδομήσεις. Ξέρω μόνο ότι πρέπει να αρχίσω να ονειρεύομαι και πάλι. Να αφήσω το μυαλό μου να φύγει εκεί που αυτό θα είναι καλά. Εκεί που αυτό θα είναι ευτυχισμένο. Ναι, λοιπόν. Από αυτό πρέπει να ξεκινήσω. Να κάνω όνειρα. Δικά μου. Για μένα. Μόνο για μένα, πια...

Κυριακή, Ιούνιος 18, 2006

Τον "Βαγγέλη" και τα μάτια σου...

Δεν θα σου πω τι να κάνεις. Αυτό το ξες εσύ. Δυο λόγια θα σου πω έτσι όπως μου βγαίνουν. Είσαι κομμάτι της. Κομμάτι της ψυχής της. Ανάσα της. Για σένα η σκέψη της. Για σένα η ελπίδα της. Εσύ η παρακαταθήκη της. Εσύ η συνέχεια της. Η αγάπη της. Ήταν εκεί πάντα για σένα. Πάντα. Δεν το έβλεπες. Δεν ήθελες να το δεις. Δεν σε άφησαν επειδή έτσι τους βόλευε. Την παραμέρισες. Την προσπέρασες. Χωρίς εξηγήσεις. Χωρίς αιτία ουσιαστικά. Αλλά αυτή ήταν εκεί. Πονούσε. Έβλεπε και δεν μιλούσε. Και περίμενε να γυρίσεις. Περίμενε. Αισθανόταν ανίσχυρη. Ανήμπορη. Και περίμενε. Ήλπιζε. Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Έκανες εσύ τον κύκλο σου. Και γύρισες. Και φώτισε το πρόσωπο της. Η καρδιά της. Και έκλαψε. Και έκλαψες. Και τα δάκρυα τα ξέπλυναν όλα. Χαραυγή. Ευκαιρία. Μην την σκορπίσεις πάλι. Για κανέναν. Ακούς; Για κανέναν. Είναι ένα κομμάτι σου που αν το χάσεις πάλι, δεν θα είσαι εσύ. Και ένα πράγμα μην ξεχάσεις ποτέ. Την ανάσα σου την οφείλεις σε αυτήν...

Τρίτη, Ιούνιος 13, 2006

18/06/1988

η αρχή του τέλους...


update 13/06/2006

για κάθε μέρα που θα έρχεται... θα μπαίνει και ένα γράμμα εδώ, με λόγια και λέξεις για σένα...


update for 14/06/2006

Νοσταλγία για τις στιγμές που ζήσαμε. Τις θυμάμαι λες και ήταν χθες. Χθες. Ο χαμός στο ποδοσφαιράκι. Το παλιό το ξύλινο. Απέναντι ήμασταν πάντα. Επιθετικοί και οι δυο. Και γελούσαμε. Ήμασταν αχτύπητοι. Το ξέραμε και το ήξεραν και οι άλλοι. Και το καφεδάκι έτοιμο περίμενε κερασμένο από τους χαμένους. Και μας περιμένει ακόμα... ακόμα...


update for 15/06/2006

Ιδέες για πλάκες σκαρφιζόμασταν μαζί. Σε αυτές που δεν χωνεύαμε. Ήμουν η "σειρά σου" και μου το έδειχνες σε κάθε περίσταση. Ήμασταν φιλαράκια. Μου μιλούσες για την δουλειά σου. Και σε άκουγα. Δεν καταλάβαινα και πολλά αλλά πάντα σε άκουγα. Και δεν σε ακούω πια... δεν σε ακούω πια...


update for 16/06/2006

Κερασμένα από μένα. Αυτό έλεγες. Πάντα τα λεφτά για σένα ήταν μαρουλόφυλλα. Ποτέ δεν τα σκεφτόσουν. Ποτέ. Τα σκόρπιζες. Τα έβλεπες σαν μέσο για να ευχαριστείς τα φιλαράκια σου. Για να τους κάνεις όλους χαρούμενους. Όλους να γελάνε... Σταμάτησαν τα κερασμένα απότομα... πολύ απότομα...


update for 17/06/2006

Οταν ήρθες εκείνη την μέρα για να πάρεις το μεγάλο σωσίβιο κροκόδειλο έσκασα στα γέλια. Μας ήθελες όλους μαζί. Λες και ήξερες ότι θα ήταν η τελευταία φορά. Έλα ρε σειρά μου, μου είπες. Και δεν σου χάλασα χατίρι. Δεν μπορούσα. Δεν ήταν δυνατόν κανένας που σε αγαπούσε να σου χαλάσει χατίρι. Και σε αγαπάω ακόμη... ακούς φιλαράκι; Ακόμη...


update for 18/06/2006

Σταμάτησαν όλα σε μια στιγμή. Μια στιγμή. Θόρυβος και μετά σιωπή. Εκκωφαντική σιωπή που ακόμη μου τρυπάει τα αυτιά. Χωρίς ήχο η στιγμή που σταμάτησε ο χτύπος σου. Άχρονα όλα. Ο χρόνος. Η καρδιά. Γυαλιά στα μάτια σου. Τα έδιωχνα ένα ένα απαλά για να μην σε ενοχλούν. Δεν το πίστευα αλλά έφυγες... είχες ήδη φύγει... παγερή σιωπή... και το δάκρυ ο μόνος ήχος πια...


...και ο επίλογος στις 18/06/1988
Νικολή μου, στο στερνό μας αντίο, σου ψιθύρισα κάποιες λέξεις στο αυτί...
Θέλω να ξες ότι δεν θα τις ξεχάσω ποτέ... ποτέ...

Τα παράθυρα


Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες,
που περνώ μέρες βαρυές,
επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα.
Οταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται,
ή δεν μπορώ να τάβρω.
Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης [1903]

ταξίδι…


...σε ήρεμα καταπράσινα νερά, με την μικρή μου βαρκούλα, με την ψυχή μου. δεν είναι και καμιά σπουδαία βάρκα αλλά είναι δική μου. είναι μικρή, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. την χτύπησαν πολλά κύματα, παρά πολλά... αλλά αυτή ακόμη υπάρχει σε πείσμα του καιρού. για το ταξίδι μου πρέπει να την φροντίσω όμως. πρέπει... αυτήν έχω μόνο... αυτήν...

ασυναισθησία...

απόλυτη...

πικρός καφές...

στα χείλη... και μια καλημέρα πικρή και αυτή, αλλά καλημέρα...
θα ήθελα να γράψω, να πώ... αλλά δεν βγαίνει λέξη...
δεν βγαίνει καν ήχος... τίποτα, κενό...
όλα άδεια, παγωμένα...

Δευτέρα, Ιούνιος 12, 2006

ξέχασα...

ψυχή μου, απο πότε έχω να γελάσω;
απο πότε;
δεν μπορώ να θυμηθώ απο πότε... δεν μπορώ...

συμπαντική σιωπή...

και η ψυχή ήρεμη, ακούει...

Κυριακή, Ιούνιος 11, 2006

απόψε...

λέω να κοιμηθώ στο αστέρι μου... ειναι ήσυχα εκεί...

βασιλική μου...

για μένα... καρδούλα μου... μόνο για μένα πια...
το λουλουδάκι μου πρέπει να το προσέχω...

Παρασκευή, Ιούνιος 09, 2006

άδικο...

είναι άδικο για μένα... τόσος πόνος... θεέ μου τόσος...

Πέμπτη, Ιούνιος 08, 2006

η ευχή μου…

δεν ήταν για μένα αλλά για σένα... κράτα την... σε παρακαλώ...
και θα είναι σαν να κρατάς εμένα... σε παρακαλώ...

χαμένη στις σκέψεις...

ότι σκέψη μαζεύω, σκορπίζεται...
ότι αποφασίζω, αναιρείται...
ότι πιστεύω, ανατρέπεται...
και φοβάμαι, φοβάμαι εμένα πια...

Τρίτη, Ιούνιος 06, 2006

Το πεφταστέρι που ξαναπήγε στον ουρανό...

«Μη με διώχνεις», είπε το αστέρι στον ουρανό.
«Μη φοβάσαι, θα έχεις ένα όμορφο ταξίδι», του απάντησε εκείνος.
«Βοήθεια αδέρφια δεν θέλω να πάω πουθενά», φώναξε τρομαγμένο το αστέρι καθώς άρχισε να πέφτει προς τη γη.

Όσοι είδαν το πεφταστέρι ευχήθηκαν κάτι. Αλλος ήθελε υγεία, άλλος αγάπη, άλλος ένα καινούριο αυτοκίνητο, μα το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, έκανε μια διαφορετική ευχή:
«Αυτό το πεφταστέρι να γίνει δικό μου» είπε. Και μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι του και αποκοιμήθηκε...

Το πεφταστέρι, που είχε πέσει πάνω στα βράχια, αποφάσισε να περάσει τη νύχτα του εκεί, κοιτάζοντας τους φίλους του στον ουρανό. Στην αρχή, ένιωθε ζήλια και πίκρα, μα σιγά-σιγά, αφέθηκε στη γλύκα της βραδιάς, χάζεψε τα φώτα των καραβιών που χόρευαν στη θάλασσα και μαγεύτηκε από τη μελωδία των κυμάτων.

Το άλλο πρωί ο ήλιος βρήκε το λιμάνι σε μεγάλες φούριες. Αυτοκίνητα έφερναν και έπαιρναν κόσμο στα καράβια, μεγάλα φορτηγά κουβαλούσαν εμπορεύματα. Ένας χαμός! Το πεφταστέρι, πανικοβλήθηκε και κούρνιασε στα βράχια.
«Απαπα δεν πάω πουθενά πια, θα κάτσω εδώ, που δε θα με πειράξει κανείς», σκέφτηκε.

Σε λίγο στάθηκε δίπλα του ένας σκύλος, εκείνο τρόμαξε κι άρχισε να προσεύχεται να μην το πάρει χαμπάρι το κοπρόσκυλο και το καταβροχθίσει. Ευτυχώς, ο σκύλος δεν είδε το πεφταστέρι και έφυγε για να βρει το αφεντικό του.

Το μεσημέρι ο ήλιος τσουρούφλιζε και το πεφταστέρι σκλήρυνε και πήρε ένα όμορφο χρυσαφί χρώμα. Αυτό ήταν, έγινε ένας αστερίας!

Όταν το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, κατέβηκε στα βράχια να ψάξει το αστέρι του και μόλις το βρήκε το κράτησε με αγάπη στα δυο του χέρια και το πήρε μαζί του.

Το πεφταστέρι ένιωσε ασφάλεια. Μα επειδή ήταν φοβητσιάρικο, ρώτησε το αγόρι:
«θα με προσέχεις, έτσι;»
«φυσικά θα σε προσέχω», του απάντησε εκείνο χαϊδεύοντάς το.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν και τόσο εύκολα. Μόλις η μαμά του αγοριού είδε τον αστερία είπε στο γιο της:
«πάλι μάζεψες βρωμιές; Αμέσως στο σκουπιδοτενεκέ αυτή η βλακεία που κρατάς και πλύνε καλά τα χέρια σου, για να φάμε».

Το αγόρι στεναχωρήθηκε. Δεν μπορούσε να πετάξει το θησαυρό του. Έκρυψε το πεφταστέρι κάτω από τα βιβλία του, μα ήξερε πως δεν θα μπορούσε να το κρατήσει για πολύ εκεί μιας κι η μαμά του τα έβρισκε όλα. Έσπαγε το κεφάλι του για να βρει μια λύση και την άλλη μέρα πήρε μαζί του το πεφταστέρι του στο σχολείο. Λίγο πριν μπει στην τάξη, το ρώτησε:
«Αστεράκι μου, αν δεν μπορώ να σε κρατήσω εγώ, που θα ήθελες να πας;»
«Α, μα να γυρίσω στον ουρανό, πουθενά αλλού», του απάντησε εκείνο.

Σε λίγες ώρες, η δασκάλα ζήτησε από τα παιδιά να μπουν ήσυχα στη σειρά γιατί θα πήγαιναν να επισκεφτούν στο νοσοκομείο, ένα συμμαθητή τους, που από όσο ήξεραν ήταν τόσο άρρωστος, που για να του περάσει ο πόνος θα πήγαινε στον ουρανό. Όλοι του είχαν πάρει από ένα δωράκι. Κι επειδή το άρρωστο παιδί δεν είχε πια μαλλιά, για να μην του κόψουν τη φόρα προς τον ουρανό, το αγόρι, του είχε αγοράσει ένα όμορφο σκουφάκι για να μην κρυώνει. Τότε του ήρθε μια ιδέα. Πήρε το αστέρι του και το έβαλε πάνω στο σκουφάκι. Το τύλιξε καλά με το κορδόνι από το παπούτσι του και όταν έφτασε στο νοσοκομείο, το χάρισε στο φιλαράκο του, που ξετρελάθηκε από τη χαρά του.

Σε μερικές μέρες το άρρωστο αγόρι αφού μάζεψε την αγάπη όλου του κόσμου, έφυγε τελικά για τον ουρανό φορώντας το σκουφάκι του. Έτσι έφυγε μαζί του και το πεφταστέρι. Που όταν έφτασε επάνω πήρε πάλι την παλιά του θέση, ανάμεσα στους φίλους του και τους είπε όσα έγινα κάτω στη γη.

Το αγόρι που αγνάντευε τη θάλασσα, μεγάλωνε ευτυχισμένο, γιατί τα βράδια έβλεπε πάντα το αστέρι του, που του έστελνε λαμπερά φιλιά και ήξερε πως παρόλο που δεν το είχε κοντά του, ήταν για πάντα δικό του, ήταν χαρούμενο και το αγαπούσε, όπως όταν το κράταγε στα χέρια του.

Κι από τότε, έλεγε πως όταν έχεις αγαπήσει κάτι, θες μόνο το καλό του, και όπου κι αν βρίσκεται στην πραγματικότητα για σένα, δεν μπορεί να πάει πιο μακριά από την καρδιά σου...

Πηγή Καφετζοπούλου

Διάφανο…

Πάντα μου άρεσαν τα διάφανα πράγματα. Αυτά που μπορούσες να δεις από μέσα τους. Έστω και αν ήξερες ότι αυτό που βλέπεις μπορεί να είναι και λάθος. Ούτως ή άλλως τίποτα δεν είναι όπως το βλέπουμε. Για να λογικοποιήσουμε την κάθε εικόνα αναλύουμε μήκη κύματος και με τον ανθρώπινο εγκέφαλο τα κάνουμε εικόνα για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Χωρίς λογικοποίηση είμαστε χαμένοι. Το διάφανο λοιπόν. Όμορφο. Εμφανής απουσία χρωμάτων. Κατά βάθος όμως όλα τα χρώματα σε πλήρη και ίση αναλογία.
Σηκώνω το ποτήρι. Διάφανο υγρό. Διάφανα παγάκια.
Στην υγειά μας...


Λογική σκέψη...

Πάντα πίστευα ότι την είχα. Πάντα. Που ήταν όμως όταν την χρειαζόμουν; Που; Όταν θα έπρεπε μέσα από αυτήν να δω τα γεγονότα, να αναλύσω τα δεδομένα, που ήταν; Έτσι ίσως δεν έκανα τόσα λάθη. Τόσα λάθη. Δεν έδινα λάθος εντύπωση. Λάθος εικόνα. Δεν έπρεπε ούτε για μια στιγμή να ξεφύγω. Να λειτουργήσω με το συναίσθημα. Ούτε μια. Δεν επιτρέπεται όταν δεν είσαι σε θέση να χειριστείς την κατάσταση. Όταν δεν την γνωρίζεις. Δεν έπρεπε. Έπρεπε να γνωρίζω ότι δεν έχω δυνάμεις για ο,τιδήποτε άλλο πέρα από αυτό που έχω μάθει τόσα χρόνια. Έτσι δεν θα έκανα και κακό εντέλει στον άλλο. Δεν θα δημιουργούσα λάθος εντύπωση. Δεν θα παρέσυρα και τον άλλο σε λάθος εκτίμηση. Γιατί έτσι τελικά πληγώθηκα και εγώ αλλά πάνω από όλα πλήγωσα και τον άλλο. Και αυτό δεν αντέχεται. Συγνώμη αλλά δεν αντέχεται...

Πρωινό…


Καφές αχτύπητος σκέτος. Τσιγάρο.
Ησυχία μέσα στην φασαρία. Ψύχρα.
Μοναξιά μέσα σε ανθρώπους. Μοναξιά.
Η αρχή. Πόνος. Απώλεια. Ψυχή μόνη.
Καλά είμαι εδώ.
Δεν μπόρεσα. Δεν ήταν γραφτό. Δεν ήταν...
Πρώτο πρωινό μοναξιάς.
Πρώτο...

Πόνος…

Πως είναι δυνατόν να πονάει ο πόνος; Πως; Να είναι τόσο αβάσταχτος; Να είναι ίδιος όπως την πρώτη στιγμή; Την πρώτη εκείνη στιγμή. Δεν την θυμάμαι. Είναι θολό το μυαλό μου. Κι όμως την έζησα. Ήμουν εκεί. Εγώ την προκάλεσα. Εγώ. Μόνη μου. Απόφαση σκληρή. Όπως όλες στην ζωή μου. Όπως πάντα. Έτσι και τώρα. Την πήρα. Την εκτέλεσα. Ήξερα ότι κατά βάθος εκτελώ εμένα. Το ήξερα. Την πήρα.
Αλλά...
Δεν υπάρχω από εκείνη την στιγμή και μετά. Δεν υπάρχω. Αναπνέω. Το καταλαβαίνω. Αλλά δεν καταλαβαίνω να υπάρχω πια. Ξυπνάω. Κοιμάμαι. Κάνω ότι πρέπει. Όπως πρέπει. Όλα σωστά. Αλλά δεν υπάρχω. Υπάρχει μόνο ο πόνος. Και τα καλύπτει όλα. Προσπαθώ. Προσπαθώ από κάπου να κρατηθώ. Το βρήκα. Από τις αναμνήσεις μου.
Αλλά...
Δεν μπορώ. Δεν μπορώ να θυμηθώ. Θεέ μου... Δεν μπορώ να θυμηθώ τις αναμνήσεις μου. Αυτές μόνο είχα. Μόνο αυτές. Αλλά και αυτές τις έχει καλύψει ο πόνος. Και δεν μου αφήνει να έχω τίποτα. Τίποτα. Ούτε αυτές. Ούτε καν αυτές.

Δευτέρα, Ιούνιος 05, 2006

Αποφάσεις...


Όλες δύσκολες. Όλες πονάνε.
Η καθεμία για τον δικό της λόγο.
Η καθεμία με την δική της ιστορία.
Αλλά όλες αφορούν την ίδια ζωή.
Την ίδια καρδιά. Την ίδια ψυχή.
Και αυτή η ψυχή δεν μπορεί άλλο.
Πονάει. Η απόφαση.
Πονάει. Το τέλος.
Πονάει...

Τίτλοι τέλους…

Έπεσαν. Μαζί τους και ‘γω. Έπεσαν άδικα; Δίκαια; Δεν ξέρω.
Ξέρω μόνο ότι πονάει.
Μόνο αυτό. Ότι πονάει αβάσταχτα.
Αβάσταχτα...

Κυριακή, Ιούνιος 04, 2006

Που θα πάει καρδιά μου;


Μπορείς να μου πεις πριν σου βάλω τις φωνές; Σε βαρέθηκα. Δεν σε μπορώ άλλο. Σταμάτα. Τι έχεις πάθει; Δεν σε αναγνωρίζω πια. Δεν μπορεί να είσαι εσύ. Εσύ. Μου είχες υποσχεθεί. Θυμάσαι; Ότι ό,τι κι αν γίνει θα φανείς δυνατή. Δυνατή. Σε παρακαλώ λοιπόν, κράτα την υπόσχεση σου και σύνελθε. Σύνελθε πια. Μου το χρωστάς. Ακούς; Μου το χρωστάς.

Παρασκευή, Ιούνιος 02, 2006

φυγή...



δεν ξέρω αν είναι λύση αλλά είναι ότι καλύτερο μπόρεσα να σκεφτώ... να φύγω... για λίγο... όπως μπορώ... να φύγω... για να μπορέσω να ηρεμήσω... για να δω... για να μπορέσω να συγκεντρωθώ... για να σκεφτώ... να απομακρυνθώ... τα ξαναλέμε λοιπόν... όταν και οπότε... οπότε...


να μου προσέχετε...
να ‘στε καλά...
φιλιά...

Πέμπτη, Ιούνιος 01, 2006

Μετά

Μάρτυρες για τα λάθη σου δεν είχες. Μόνος μάρτυρας ο ίδιος εσύ. Τα τακτοποίησες, τα μονόγραψες, τα σφράγισες σε λευκούς πάντοτε φακέλους σα να ετοίμαζες τη δίκαιη διαθήκη σου.
Ύστερα τα τοποθέτησες προσεχτικα στα ράφια. Τώρα, γαλήνιος, (ίσως και κάπως φοβισμένος) ούτε βιάζεσαι, ούτε καθυστερεις, γνωρίζοντας ότι, μετά το θάνατό σου, θ' ανακαλύψουμε πόσον ωραίος ήσουν, πόσο πολύ πιο ωραίος πέρα από τις αρετές σου.

Αθήνα, 16.1.1988
Γιάννης Ρίτσος
άπο το Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα,
Κέδρος 1991