Τετάρτη, Αύγουστος 30, 2006

Μεσημεριανό...

Οι φωνές με ενοχλούν στην τραπεζαρία. Απομακρύνομαι. Ούτως ή άλλως δεν έχω και πολύ όρεξη.
Ας πάω στο δωμάτιο, σκέφτομαι.
Θα είναι πιο ήσυχα εκεί. Μόνη με τις σκέψεις μου. Οι σκέψεις μου, συντροφιά πρώτη. Τον τελευταίο καιρό σκέφτομαι συνέχεια. Τελικά όσο σκέφτεσαι πράγματα και καταστάσεις απαλύνεις και τον πόνο τους και την χαρά τους. Τα ισοσκελίζεις. Αμβλύνεις τις γωνίες τους, που κάποτε σε γδέρνανε. Και από γωνίες ουκ ολίγες! Τι ζωή, θεέ μου. Είχε από όλα. Μυθιστόρημα ένα πράγμα. Το μυαλό τώρα γυρίζει στα παλιά πιο εύκολα. Γλιστράει. Βλέπει την ζωή με άλλη οπτική. Όταν ζεις ένα πρόβλημα πόσο βουνό σου φαίνεται. Όταν το περνάς είναι αβάσταχτο. Δεν κυλάει ο χρόνος. Και τι δεν έχω διαβάσει για αυτόν τον χρόνο! Ήταν τότε στα 38 μου. Μανία καταδίωξης του, με είχε πιάσει. Λες και αν διάβαζα για αυτόν θα τον σταματούσα. Θα τον έπιανα. Θα μου φερόταν καλύτερα. Αλλά πιστέψτε με, άδικος κόπος! Ο χρόνος είναι αμίληκτος. Με όλα και με όλους. Δεν λογαριάζει τίποτα. Είναι εκεί και περνάει. Λεπτό το λεπτό. Πως πέρασαν τόσα χρόνια; Λεπτό το λεπτό!
Τώρα τουλάχιστον έχω πλέον τον χρόνο να σκέφτομαι τον χρόνο, λέω.
Τότε όλα έτρεχαν γύρω μου και προσπαθούσα άλλες φορές να τα φτάσω και άλλες φορές; Τα προσπερνούσα κιόλας! Κεκτημένη ταχύτητα. Τώρα αδράνεια.
Πολύ το φιλοσοφούσες καλή μου, σκέφτομαι.
Παρά πολύ. Τώρα το καταλαβαίνω. Πολύ. Το κάθε τι, το ανέλυα. Το διέλυα. Μόνο έτσι μπορούσα να το καταλάβω για να το αντιμετωπίσω. Και το αντιμετώπιζα τελικά; Δεν ξέρω. Τότε μου φαινόταν ότι, ναι. Τώρα; Τώρα όλα είναι αλλιώς. Εγώ είμαι αλλιώς. Δεν είμαι τόσο συναισθηματική. Τι κλάμα έχω ρίξει, θεέ μου! Τι χαρτομάντιλα έχω ξοδέψει στην ζωή μου! Περιουσία ολόκληρη. Έκλαιγα για το κάθε τι. Για λύπη, για χαρά. Για όλα. Και δεν έβλεπα ίσως καθαρά; Μπορεί. Αλλά όλα με πονούσαν τόσο πολύ. Τα θεωρούσα άδικα. Τα ένιωθα άδικα. Ποτέ μου δεν ζήτησα πολλά. Ποτέ μου δεν ήθελα τρελά πράγματα. Νορμάλ ζωή. Και τι είναι νορμάλ ζωή; Για απάντησε μου. Μπορείς; Όχι δεν μπορώ. Ούτε ακόμη και τώρα δεν μπορώ. Μπόρεσα μόνο να περάσω από αυτήν την ζωή, τελικά, ε; Όχι να την ζήσω. Την αισθανόμουν, την χάιδευα, την περιποιούμουν αλλά δεν την ζούσα. Της έδωσα τα πάντα. Τα πάντα. Κάθε ανάσα μου, κάθε επιθυμία μου. Και εγώ απλά χαιρόμουν που ήταν εκεί. Που ένιωθα ότι είναι δική μου. Ήταν; Ήταν εκεί για μένα; Ή ήταν εκεί από μένα; Μήπως τελικά αυτό ήταν το άδικο; Δεν ξέρω. Θα ήθελα να γνωρίζω περισσότερα. Να δώσω περισσότερες προοπτικές, οπτικές, διεξόδους. Αλλά δεν καταλάβαινα. Ίσως τα είχα κάνει τόσο πολύπλοκα που ακόμη και εγώ η ίδια δεν τα καταλάβαινα. Γιατί; Πόσες φορές έχω πει αυτή την λέξη. Πόσες! Και πάντα με την ίδια αγωνία. Ίσως γιατί ήξερα ότι δεν θα είχα απάντηση ποτέ. Ποτέ. Ήθελα να νιώσω την ζωή, μωρέ... Να την νιώσω να χτυπάει μέσα μου. Μέσα μου. Πως είναι άραγε να χτυπάει μια ζωή μέσα σου; Νάτο πάλι το δάκρυ, κυλάει. Καλά βρε που δεν είμαι συναισθηματική, πια! Αμάν! Αμάν πια...
Σε βαρέθηκα, φωνάζω.
Με πονάει, μου ξαναφωνάζω.
Δεν αλλάζει ο άνθρωπος τελικά... Όταν το σκέφτομαι, με πονάει. Και για όσο λειτουργεί αυτό το γαμημένο το μυαλό μου και σκέφτομαι, θα με πονάει...
Τι ώρα πήγε; Έχω και τα χάπια μου να πάρω.
Λυτρωτική παρέα. Τα χάπια μου. Σε κάθε χρώμα και σχήμα.
Ας τα πάρω λοιπόν, ας ηρεμήσω και ας κοιμηθώ λίγο... Όσο κι να ‘ναι, αν κοιμηθώ, δεν θα αντιλαμβάνομαι ότι σκέφτομαι, ε; Σκέψου μόνο σου μυαλό μου λοιπόν, εγώ θα κοιμηθώ, δεν σε αντέχω άλλο... Και που ‘σαι; Κοίτα όταν ξυπνήσω να έχεις κουραστεί τόσο πολύ, ώστε ή να κοιμάσαι εσύ τότε ή να είσαι ήσυχο!
Αμάν πια...

Δευτέρα, Αύγουστος 28, 2006

Πρωινό...

Τα μάτια μου είναι βαριά. Ακόμη και το ελάχιστο φως από τις κλειστές κουρτίνες με ενοχλεί. Το βράδυ που πέρασε δεν ήταν και πολύ καλό. Όπως και όλα τα τελευταία βράδια. Νιώθω κουρασμένη. Εξαντλημένη. Στο κομοδίνο τα φάρμακα με περιμένουν.
Αστα να περιμένουν, σκέφτομαι. Βαριέμαι να σηκωθώ. Να σηκωθώ να κάνω τι; Να πάω που; Να με προδώσουν και πάλι τα πόδια μου; Όχι δεν θα πάρω... Ευχαριστώ!
Τα χέρια μου βαριά. Ανασηκώνομαι στο κρεβάτι. Κοιτάζω γύρω μου. Το δωμάτιο μου.
Ποιο δωμάτιο μου; σκέφτομαι.
Αχ! Αυτές οι κτητικές αντωνυμίες. Πόσο πόνο κρύβουν. Τόσο πόνο που είναι για γέλια...
Μα όλη η ζωή είναι για γέλια! μου φωνάζω.
Ακούω την φωνή μου μέσα στο δωμάτιο να κάνει αντίλαλο. Και μετά πάλι σιωπή. Την βαρέθηκα την σιωπή του πρωινού ξυπνήματος. Με δυσκολία τεντώνω το χέρι μου και ανοίγω το μικρό ραδιοφωνάκι.
Τώρα έχω παρέα, λέω και σκέφτομαι ότι είναι ώρα για ένα καφεδάκι.
Μα που είναι; Πήγε 8. Θα έρθει, δεν μπορεί να μην έρθει!
Σηκώνομαι σιγά σιγά να πάω για την καθημερινή μου πρωινή ενασχόληση στο μπάνιο. Ντουζακι, πλύσιμο τα δόντια, χτένισμα τα μαλλιά. Περνάω μπροστά από τον καθρέπτη και μου λέω καλημέρα.
Ποια είναι αυτή; ρωτώ.
Ξαναγυρίζω να την δω. Ξανθοασπρα μαλλιά στολίζουν ένα ρυτιδιασμένο πρόσωπο.
Οι ρυτίδες αρκετές αλλά όχι τόσες ώστε να προδίδουν την πραγματική ηλικία της, σκέφτομαι.
Τυχερή! Τι σου κάνει το σωστό γονίδιο... γονίδιο; Σαν την μητέρα μου, έτσι και εγώ. Στρογγυλό πρόσωπο.
Σήμερα θα σηκώσω τα μαλλιά μου, κότσο. Θα βάλω και το μπλε πουκάμισο.
Σχέδια τρελά ή καλυτέρα μήπως, σχέδια μιας τρελής;
Και όμως είναι σχέδια καλή μου, λέω.
Δεν έχουν σχέση με όλα αυτά που έκανες τόσα χρόνια, αλλά είναι σχέδια. Το χτύπημα στην πόρτα με διέκοψε από τον φοβερό μονόλογο με τον εαυτό μου.
Ποιος;
Εγώ!
Έλα... είμαι στο μπάνιο...
Καλημέρα! Έφερα τα καφεδάκια μας.
Καλά έκανες και εγώ μόλις σηκώθηκα.
Κοιμήθηκες καλά;
Μπαα! Όπως όλα τα τελευταία βράδια... στο τέλος με έσωσε το χάπι...
Εσύ;
Ας τα λέμε καλά... να βγούμε στο μπαλκόνι;
Όχι! Δεν θέλω να κρυώσω. Άνοιξε τις κουρτίνες να μπει το φως και να κάτσουμε μέσα.
Καλά! Όπως θες! Το ξες ότι δεν σου χαλάω χατίρια.
Το ξέρω... το ξέρω... έρχομαι... έρχομαι να τα πούμε...

Ο καφές τέλειος όπως κάθε μέρα δηλαδή! Η παρέα της Κατερίνας βάλσαμο. Η Κατερίνα! Συγκάτοικος! Διπλανή πόρτα! Τα τελευταία 2 χρόνια κάθε πρωί το ίδιο σκηνικό. Είμαι η μόνη που μιλάει από όλους όσους είναι εδώ μέσα. Την έφεραν τα παιδιά της εδώ όταν πέθανε ο άντρας της. Εξαφανίστηκαν σιγά σιγά και αυτά. Είναι 4 χρόνια μεγαλύτερη από εμένα. Βασανισμένος άνθρωπος και αυτή. Τι να λέμε τώρα... πάντως έχει καρδιά μικρού παιδιού. Μιλάμε με τις ώρες. Είναι φυσικά και η μόνη που με ανέχεται με τόσες ιδιοτροπίες που έχω. Δύστροπη, έτσι με έλεγε η μάνα μου. Η μάνα μου! κεφαλαίο Α. Σε αρκετά σημεία της μοιάζει η Κατερίνα.
Αργείς; Άντε θα κρυώσει το καφεδάκι...
Έρχομαι... κάνω κότσο τα μαλλιά μου, φοράω το πουκάμισο μου και έρχομαι καλή μου... έρχομαι...
Τα ‘χω όλα έτοιμα... κάτσε...
Όπως πάντα Κατερίνα μου... και του πουλιού το γάλα!
Τα γερατειά όπως και η φτώχια θέλουν καλοπέραση!
Λες;
Λέω... λέω... τι θα μου μάθεις σήμερα;
Τίποτα που δεν το ξέρεις ήδη!
Τι; Δεν θα μου πεις τίποτα; Ούτε μια ιστορία; Έτσι θα με αφήσεις;
Σταμάτα βρε! Τι θες να σου πω;
Χμ! θέλω να μου διαβάσεις κάτι που σ’ αρέσει! Ένα ποίημα!
Εντάξει, καλή μου... μισό λεπτό να φέρω το βιβλίο μου και να πάρω και τα γυαλιά μου... λοιπόν άκου...

Κική Δημουλά - Mονόκλινο σύμπτωμα

Aπορούν κάθε φορά οι ξενοδόχοι, που ζητώ μονόκλινο δωμάτιο στην πρόσοψη.
Mε κοιτάζουν σαν ν' απαιτώ θάνατο με θέα.
Έβαλα ενέχυρο τη θάλασσα κι είπα να κάνω φέτος διακοπές σε βουνό, μη και ξορκίσουν τα θροΐσματα τους δάσους, εκείνο το δαιμονισμένο σύνδρομο επιστροφής που κυριεύει αυτοστιγμεί κάθε διαφυγή μου.
Aν μ' αγκαλιάσει σκέφτηκα ενός δέντρου ο σάτυρος κορμός, μπορεί και να ριζώσω.
Kαι στο βουνό τα ίδια.
Σαν να 'ταν σιδερένιο το δωμάτιο κι ο καθαρός ανάλαφρος αέρας απέπνεε κλειδαριά.
Nα ξεκλειδώσω πάλευα με τα ηρεμιστικά μου, αλλά εκείνα ήτανε πιο άρρωστα από μένα.
Tα ίδια που έγιναν στην Πύλο, η ίδια άτακτος φυγή πρόπερσι από τη Σύρο ,στην Kαλαμάτα πέρσι τρισχειρότερα, γεμάτο το τραίνο και θέλανε τα κλάματα να πάμε πίσω στην Aθήνα με τα πόδια.
Tέτοια μανία καταδιώξεώς μου, κυριεύει τους τόπους.
Nα μου λείπει η απουσία σου; Δεν έρχεται μαζί μου την αφήνω σπίτι.
Όρος ρητός της αλλαγής να μην ακολουθήσει.
Άπληστο που είσαι Aνεξήγητο.
Tόση διαφάνεια καταπάτησες για τη διασφάλισή σου κι έκανες θέρετρό σου τώρα αυτό το ανεξήγητο σύμπτωμα εχθρικό μου.
Nα επιστρέφω αμέσως.
Mε λεωφορείο ταξίαν πετύχω κανένα φεγγάρι που επιστρέφει κι εκείνο στην πιάτσα του αδειανό. Oλέθρια συνήθεια. Όχι τίποτ' άλλο μα αν δεν μ' αρέσει να δούμε πώς θα επιστρέψω από τον κάτω κόσμο σου Aνεξήγητο.

Κατερίνα; Κατερίνα;
Αποκοιμήθηκε... Και εγώ έμεινα μόνη να κοιτάζω από το παράθυρο, έξω τον κόσμο...

Παρασκευή, Αύγουστος 25, 2006

Εγώ... ( = )

Ζω. Αναπνέω. Κοιμάμαι. Ξυπνάω. Δουλεύω. Γελάω. Κλαίω. Σκέφτομαι. Πριν. Τώρα. Μετά. Όλα μαζί. Όλα χώρια. Απολογισμός. Διαδικασία. Αποπεράτωση. Όλα τα δέχομαι. Όλα με ενοχλούν. Σωπαίνω. Φωνάζω. Κάθομαι. Σηκώνομαι. Μπρος. Πίσω.
Γιατί; Επειδή...


Συν ( + )

Πλην ( - )

Ίσον ( = )

Τετάρτη, Αύγουστος 23, 2006

Το άνοιξα ξανά...



γιατί ήθελα να βλέπω τα λόγια μου...
μου έλειψαν πολύ...
ήταν όλα κομμάτια της ψύχης μου...
όλα...