Παρασκευή, Σεπτέμβριος 29, 2006

Ηρεμία...

σε μια θάλασσα γαλήνης θέλω να πλέει η ψύχη μου, πλέον...

Πέμπτη, Σεπτέμβριος 28, 2006

Τι είπατε;

Δεν σε ακούω...
σε χάνω...
κακή σύνδεση, μην δίνεις σημασία...
όπως πάντα δηλαδή!!

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 27, 2006

Θα ΄θελα...


Αλήθεια τι θέλω; Τι ζητάω;
Απλά να ζήσω, να το νιώσω, να το καταλάβω...

Βλέπω σωστά; Αντιλαμβάνομαι σωστά;
Ποιο είναι όμως το σωστό και ποιο το λάθος;
Υποκειμενικές έννοιες...

Έχω αξίες; Έχω πιστεύω;
Αλήθειες ζωής που προσπαθώ να τις πραγματώνω...

Είμαι αληθινή;
Εγώ με ‘βλέπω’, με αισθάνομαι πια...

Μια ζωή, μια οπτική, μια θέληση, μια απαίτηση, μια αντίληψη, μια αξία, μια αλήθεια, μια αίσθηση, ένα πιστεύω...

Εγώ...


(The Three Ages of Woman ~ Gustav Klimt)

Μάτια υγρά...



Από χαρά ή από λύπη λίγο με ενδιαφέρει πλέον...
Απλά θέλω να τα δω έστω και για μια μέρα να μην είναι υγρά...
Μπορώ;
Θέλω;
Γίνεται; Σας παρακαλώ, πείτε μου, γίνεται;
Εκεί που λέω όχι άλλο, εκεί πάλι υγραίνουν...
Στάζουν...
Και βρέχουν την καρδιά μου...
Την ποτίζουν...
Την καίνε...
Και γίνονται δάκρυα καρδιάς...

Χωρίς τίτλο...

Καλά είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν να μιλάμε την ίδια γλώσσα και να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε; Όχι πες μου!
Άνθρωπε μου, ακούς τι σου λέω; Ακούς, που να με πάρει; Ελληνικά σου μιλάω! Για θέματα της δουλειάς σου, μιλάω. Είναι δυνατόν να είσαι και διευθυντής ανάθεμα με και να μην καταλαβαίνεις τι σου λέει η υπάλληλος σου; Είναι; Να ξέρεις το αντικείμενο και να ρωτάς εμένα τι είναι το ένα και τι είναι το άλλο; Δεν βλέπεις;
Εγώ τρελό δεν θα το πάρω, νταξ; Αν εσύ είσαι ‘περιορισμένης ευθύνης’ εγώ δεν φταίω! Αν δεν το μπορείς το ‘άθλημα’ παρατά το. Τα κουβαδάκια σου και σε άλλη παραλία...
Αμάν πια!!!

Τρίτη, Σεπτέμβριος 26, 2006

Αναζητείτε η κα Διάθεση, φίλη καλή...

Όποιος την δει ας μου πει, που και ποτέ έγινε αυτό παρακαλώ. Καλό θα κάνει και ουχι κακό. Θα βοηθήσει, βρε παιδί, στο κάτω κάτω. Την έχω χάσει όμως εδώ και αρκετό καιρό. Έτσι θα προσπαθήσω να σας δώσω ό,τι χαρακτηριστικά της, θυμάμαι...

Η κα Διάθεση λοιπόν είναι ετών 38. Ξανθιά. Μετρίου αναστήματος. Πάντα μες την τρελή χαρά. Φορούσε πάντα πολύχρωμα ρούχα. Είχε ένα πλατύ χαμόγελο. Τίναζε τα ξανθιά της μαλλιά και γελούσε. Μιλούσε έντονα. Φωναχτά.
Για να πει την σκέψη της, κουνούσε τα χέρια της για να την δείξει κιόλας στον άλλο με όλη την μεγαλοπρέπεια που της άξιζε, που άξιζε στην σκέψη της, έτσι πίστευε έτσι έκανε η τρελή. Μην νομίζετε, δεν είχε τρομερές σκέψεις. Όχι. Αλλά αυτηνής της άρεσε να το κάνει αυτό. Ήταν μέσα σε όλα. Τι θέμα συζήτησης θέλετε; Αυτή μέσα και με γνώμη παρακαλώ, με αποδείξεις, όχι έτσι στο φλου.
Βαβούρα. Σαματάς ζωντανός. Όλα τα έκανε δυνατά. Μιλούσε δυνατά. Αγαπούσε δυνατά. Πονούσε δυνατά. Έκλαιγε δυνατά. Όλα στον υπερθετικό βαθμό. Έτσι πίστευε. Έτσι έκανε. Έτσι ζούσε. Κάθε πρόβλημα που της ερχόταν, έτσι το αντιμετώπιζε. Πρώτα οι άλλοι και μετά αυτή. Κρατούσε γερά. Για πολλά χρόνια. Για πολλά προβλήματα. Όμως τελικά πίστευε ότι ζούσε. Ηρθε λοιπόν μια μέρα που έσπασαν όλα μπροστά της.
Που η ζωή της, σαν παλιό κρυστάλλινο ποτήρι της μαμάς της, έπεσε και έγινε χίλια κομμάτια. Τι να μαζέψει και από πού; Είχαν σκορπιστεί όλα στους πέντε ανέμους. Κομματάκια μικρά. Τα έχασε. Την έχασε. Πίστεψε ότι ήταν λάθος. Οφθαλμαπάτη. Αλλά όχι, ήταν αλήθεια.
Εκεί τα έχασε περισσότερο. Και άρχισε να μαραζώνει. Να μην γελάει. Να μην μιλάει δυνατά. Να μην την ενδιαφέρει τίποτα, πια. Ήθελε να φύγει. Να ξεφύγει. Από τι, από ποιον, δεν ήξερε μάλλον ούτε και η ίδια. Μάλλον, λέω εγώ, από αυτήν.
Δεν της ηρθε εύκολο. Ακολούθησαν σπασμωδικές της κινήσεις. Την έβλεπα και δεν την αναγνώριζα. Άκαμπτη. Άπονη. Παγωμένη. Με όλα αυτά που μέχρι τώρα λάτρευε. Δεν ήθελε κανέναν πια δίπλα της. Φαινόταν, ήταν έτοιμη προς φυγή.
Αλλά και ποιος μπορούσε να της μιλήσει; Κανείς! Τι να της πει; Μείνε; Μείνε και κάνε τι; Προσπάθησε; Αφού από την προσπάθεια, έπαθε ότι έπαθε. Ποιος να της ζητήσει κάτι τέτοιο; Και έτσι την αφήσαν όλοι. Αναγκαστήκαν...
Βλέπεις όταν έπρεπε, δεν έκαναν τίποτα. Την έβλεπαν έτσι και έλεγαν οκ πρόβλημα ουδέν. Αμ δε! Όποιος γελάει δεν πάει να πει ότι δεν πονάει...

Και έτσι χάθηκε η φίλη μου. Και τώρα ψάχνουμε στα χαμένα. Στα απολεσθέντα. Νιώθω ότι θα την βρω. Που θα μου πάει, θα την βρω. Δεν θέλω κάτι παραπάνω απλά να της πω ότι την αγαπαώ. Και ας ξαναχαθεί μετά...

Things to do list...

Γράψε σβήσε θα την φτιάξω την λίστα που θα μου πάει. Ξεκινάμε λοιπόν...

01. Να αναπνέω βαθιά την κάθε μέρα μου και όσο περισσότερο μπορώ
02. Να σκέφτομαι και να πράττω ανάλογα στην κάθε περίσταση
03. Να νιώθω εμένα και εσένα
04. Να υπάρχω και να το καταλαβαίνω
05. Να γελάω σιωπηλά
06. Να κλαίω δυνατά
07. Να αγαπώ απλά και απόλυτα
08. Να μισώ έντονα
09. Να θυμώνω πολύ
10. Να δίνω αλλά να μην ξεχνάω και να παίρνω
11. Να μιλάω αλλά και να ακούω
12. Να βλέπω όσο πιο καθαρά μπορώ
13. Να δημιουργώ αφού μου αρέσει τόσο πολύ
14. Να διαβάζω βιβλία αφού πρώτα τα μυρίσω και τα νιώσω
15. Να περπατάω στην βροχή χωρίς ομπρέλα
16. Να βουτάω στην θάλασσα χωρίς να κρατάω την μύτη μου
17. Να ενηλικιωθώ επιτέλους
18. Να σταματήσω να με γλυκαίνω με σοκολάτες
19. Να πληγώνομαι όσο και όταν πρέπει

( συνεχίζεται ... )

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 25, 2006

Άνθρωποι μονάχοι...

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω, άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος,
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι...

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
όπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θάλασσα που απλώνει,
κι αυτοί βουβοί, σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι
άνθρωποι μονάχοι...

Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα
άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα...


Βίκυ Μοσχολιού

Ρητορικές ερωτήσεις...

Είμαι άνθρωπος;
Έχω όρια;
Μιλάω ντόμπρα;
Σας ακούω;
Καταλαβαίνω ή τουλάχιστον προσπαθώ να κατανοήσω τι μου λέτε;
Πληγώνομαι;
‘Παίζω’ με τα συναισθήματα σας;
Εκ προθέσεως σας έχω ‘ματώσει’;
Λέω ψέματα προς ιδίων όφελος;
Σας ‘πατάω’ για να νιώσει καλυτέρα το ‘εγώ’ μου;
Σας υποβαθμίζω σαν ανθρώπους και σαν συνειδήσεις;
Προσβάλω την νοημοσύνη σας;
‘Βρομίζω’ τις αξίες και τα πιστεύω σας;
Σας βάζω στην θέση του ‘εγώ έκανα την μαλακία αλλά εσύ πρέπει να με συχωρέσεις’;

Δεν πιστεύω να περιμένετε απαντήσεις...
Δεν πιστεύω να έχετε αυτό το θράσος...

Σε τεντωμένο σκοινί...

Ακροβατώ. Το ξέρετε. Το έχω πει. Φαίνεται. Τα αισθήματα μου σε πλήρη υπερδιέργεση. Ούτε μια στιγμή ηρεμίας. Ούτε μια. Προσπαθώ. Αλλά δεν βγάζει πουθενά, τελικά. Πουθενά...
Αφήστε με. Μπορείτε; Αυτό τουλάχιστον μπορείτε να το κάνετε; Να με αφήσετε;
Βρείτε άλλο παιχνιδάκι! Άλλο! Με ακούτε; Άλλο!
Τι θέλετε δηλαδή; Να με σπάσετε; Να με αποτελειώσετε;
Εντάξει... το καταφέρατε... το σπάσατε το γαμημένο το σκοινί... μπράβο σας!!!!

Σάββατο, Σεπτέμβριος 23, 2006

Σάββατο βράδυ...

‘φωτιά στα σαββατόβραδα να μην ξαναγυρίσουν...’ από την φωνή της Άντζελας, ο ήχος που γέμιζει το δωμάτιο. Το ποτήρι μισοάδειο, μισογεμάτο, όπως θέλετε πείτε το, ποιος νοιάζεται πλέον για αυτά... Το μπουκάλι γεμάτο δίπλα. Ο πάγος άφθονος αφού το ‘έγκλημα’ ήταν προμελετημένο.
Σήμερα θα πιώ. Πολύ. Σήμερα θα είναι ‘δύσκολα’. Παρέα; Όχι. Μόνη. Σήμερα θα τα πιώ μόνη. Οι παλιές κασέτες σκορπισμένες στο πάτωμα. Κασέτες. Και τι δεν έχουν δει οι καημένες. Ατελείωτες σούρες. Βαριές ζεμπεκιές. Καπνό. Ποτό. Ζωή. Πόνο. Δάκρυα. Πολλά δάκρυα. Κασέτες γραμμένες με μεράκι. Ειδικές για νταλκάδες. Για βαριά σεκλέτια.
Άρα σήμερα ήταν ότι έπρεπε... Ξεκινάμε λοιπόν το πρόγραμμα, σκέφτομαι. Για όσο θα μπορώ να σκέφτομαι ακόμη, λέω γελάω και πίνω μια γερή γουλιά. Το ποτό κυλάει και καίει τον λαιμό. Καίει το μυαλό. Καίει εμένα...
‘βρέχει φωτιά στην στράτα μου...’ α, ρε Στράτο, όταν το έλεγες το άσμα ήξερες τι έλεγες; Ήξερες;
‘η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο...’ σωστός ο Άκης, ας ανάψουμε ένα λοιπόν. Κοιτάω το τσιγάρο, τον καπνό του να σκορπίζεται στο δωμάτιο και να ανταμώνει την μουσική, λες και θέλει να χορέψει στους ρυθμούς της. Χορός. Ζεμπέκικο. 9/8... αργό βαρύ...
‘σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες...’ σταματάνε οι γαμημένοι; Δεν σταματάνε, Ρενακι μου όσο και αν εσύ τραγουδάς... όσο κι αν εγώ πονάω...
και γαμώ τα σαββατόβραδα... άντε άσπρο πάτο... να πεθάνουν οι εχθροί μας...

Το Χρώμα του Φεγγαριού - Αλκυόνη Παπαδάκη

– Τι χρώμα έχει η λύπη;
Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.
– Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού, αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
Το αστεράκι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– ...Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστεράκι... Κοίταξε μακριά στο κενό... Και δάκρυσε...
– Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
– Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή, να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου. Αγάπησέ το, αστεράκι μου! Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη, στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!

~~~

Όντως δεν βγαίνει με συνταγές η ζωή... δεν βγαίνει... γαμώτη μου... δεν βγαίνει...

Κατεβασμένα τα ρολά...

Σκοτάδι μες το φως. Ξημέρωσε. Αλλά μέσα, έχει ακόμη σκοτάδι... Το φως κατάφερα και το έκλεισα έξω. Κατεβασμένα τα ρολά. Πολύ φως. Με ενοχλεί. Είναι δυνατό. Και αυτήν την στιγμή δεν θέλω να υπάρχει γύρω μου, κάτι πιο δυνατό από εμένα. Δεν μπορώ την σύγκριση. Όχι τώρα. Όχι έτσι όπως είμαι. Και δεν είμαι καλά. Ακόμη μια μέρα γαμώτη μου, που δεν είμαι καλά...

Που νιώθω αδύναμη. Που νιώθω επίπεδη. Που νιώθω πόνο. Νιώθω πόνο... Πως το κατάφερα αυτό; Τον νιώθω σαν να έχει υπόσταση. Σαν να είναι άνθρωπος, με σάρκα και οστά. Τον έχω απέναντι μου. Του μιλάω. Τον ακούω. Τον βλέπω ακόμη και μες στο σκοτάδι. Τον αισθάνομαι. Ώρες ώρες λες και τον μυρίζω κιόλας...

Έχω λοιπόν δίπλα μου τον κο Πόνο. Πότε κατάφερε και τρύπωσε στην ζωή μου, χαμπάρι δεν πήρα. Πίστευα ότι είναι κάτι παροδικό. Πονάς και σε λίγο δεν πονάς. Κάτι που έρχεται και φεύγει. Αλλά σε μένα έμεινε. Έμεινε. Σε διάφορες μορφές. Μέσα από διάφορες καταστάσεις. Με εξαπάτησε; Σίγουρα. Ήταν ο ίδιος... Και εγώ η χαζή πίστευα ότι κάθε φορά είναι και άλλος. Ο πόνος του θανάτου. Ο πόνος της αρρώστιας. Ο πόνος της αγάπης. Ο πόνος της απώλειας. Ο πόνος της γυναίκας. Ήταν ο ίδιος σε όλα αυτά, τελικά...
Αυτός το ήξερε αλλά εγώ, όχι. Αν το ήξερα, θα προσπαθούσα να μάθω τα χούγια του και να του την φέρω. Να του ξεφύγω. Να φύγω. Αλλά δεν το κατάλαβα. Δεν μπόρεσα να δω τις ομοιότητες πίσω από κάθε συμβάν. Να πολεμήσω τον ίδιο τον πόνο και όχι την γενεσιουργό κατάσταση όπως πίστευα και έκανα. Γιατί αν το έκανα αυτό και πολεμούσα τον ίδιο τον πόνο, δεν θα του είχα αφήσει τόσα περιθώρια. Δεν θα τον είχα αφήσει να είναι πίσω από τόσες καταστάσεις. Δεν θα είχα αφήσει να μου έρθουν τόσες καταστάσεις...

Αιτιοκρατία; Ντετερμινισμός; Ναι. Απόλυτος και απαίσιος.
Ελεύθερη βούληση; Ναι. Έστω και μέσα σε αιτιοκρατικό περιβάλλον.

Κε Πόνε; Αν καταλάβαινα το σχέδιο σου θα στην έφερνα. Θα έφευγα. Αν ήξερα ότι εσύ, ο ίδιος τρισάθλιος και ελεεινός, ήσουν πίσω από όλα, θα... θα... θα σε πονούσα κι από πιο πριν. Ναι. Εγώ. Θα σε πονούσα. Πως; Δεν θα σου άφηνα περιθώρια, να μου κάνεις τόσα.
Τόσα στο όνομα της αγάπης. Γιατί εκεί με πάτησες. Εκεί με έσκισες. Μου τύλιγες την κάθε κατάσταση, με ό,τι αγαπούσα περισσότερο. Και ήξερες, ότι θα ήμουν εκεί. Ό,τι κι αν συνέβαινε. Όσο κι αν πονούσα. Θα ήμουν εκεί. Θα έμπαινα μπροστά σε αυτό που αγαπάω και σε σένα. Και έτσι ήμουν εύκολο θύμα. Ήξερες ότι, αν είναι να προστατέψω αυτό που αγαπάω, θα αντέξω ό,τι πόνο κι αν μου δώσεις. Ότι θα ήμουν δυνατή. Και πέραν του αναμενόμενου. Το ήξερες και έπαιζες. Τώρα το κατάλαβα. Μου έστησες παιχνίδι από την αρχή. Σου άρεσε να παίζεις μαζί μου. Εύκολος και συνάμα δυνατός αντίπαλος. Ε; Πέφτει μονομιάς στην παγίδα και μένει εκεί. Εκεί. Δεν το κουνάει. Μέχρι να μαζέψει όλο τον πόνο.
Καρδιά και ψυχή σφουγγάρι.

Ωραίο παιχνίδι κε Πόνε! Καταπληκτικό θα έλεγα. Αλλά πλέον, πληκτικό. Βαρέθηκα. Κουράστηκα να πονάω. Κουράστηκα να είμαι αντίπαλος σου. Δεν μπορώ άλλο. Ακούς; Δεν μπορώ άλλο. Τα έκοψα όλα. Ό,τι αγαπάω. Δεν μπορείς να με πονέσεις άλλο. Δεν έχεις όπλα.
Δεν σου άφησα τίποτα. Μου τα πήρα όλα. Όλα... Όλα...
Τώρα πλέον θα με πονάς, όπως πρέπει. Όπως σε αφήνω...

Και ξες κάτι;
Λέω να τα ανεβάσω τα ρολά, να μπει φως... θα πονέσω αλλά θα πονέσεις και εσύ...
Και να σου πω και κάτι μεταξύ μας;
Μου αρέσει να πονάς... πολύ...

Παρασκευή, Σεπτέμβριος 22, 2006

Άδειο σώμα...

Tο πάω από δω και από κει.
Tο ταλαιπωρώ.
Tο χαραμίζω.
Tο θυμώνω.
Το χαϊδεύω.
Tο ρίχνω.
Tο σηκώνω.
Tο διώχνω.
Tο φέρνω.
Το αγαπάω.
Το μισώ.
Το ξυπνάω.
Το κοιμίζω.
Το συνθέτω.
Το αποσυντονιζω.
Γιατί; Γιατί κάπου πρέπει να ξεσπάσω.
Τον θυμό μου.
Την πίκρα μου.
Την αγάπη μου.
Την τρέλα μου.
Την ζωή μου.
Γιατί; Γιατί από κάπου πρέπει να κρατηθώ.
Να πιαστώ.
Να σιγουρευτώ.
Γιατί; Γιατί ζω σ’ ένα άδειο σώμα...

Μοναξιά μου...

Το laptop μπροστά μου ανοιχτό στον κειμενογράφο, περιμένει την παρέα μου. Η κουρτίνα μισόκλειστη, ίσα ίσα για να μπαίνει νωχελικά το μουντό φως από ακόμη ένα βροχερό απόγευμα. Το παράθυρο ανοιχτό όμως. Μου αρέσει η μυρωδιά της βροχής. Είναι τόσο γήινη. Τόσο ανθρώπινη. Κινητά κλειστά. Τηλέφωνα κατεβασμένα.
Βρέχει ακόμη... μέσα, έξω, παντού...

Καθισμένη στο πάτωμα, κοιτάω το σπίτι. Ήρεμο. Ήσυχο. Άηχο. Ακούγεται μόνο ο χτύπος της καρδιάς μου...

Στο μυαλό μου χιλιάδες σκέψεις θέλουν να ξεχυθούν μέσα από τα ακροδακτυλά μου και να γίνουν γράμματα, λέξεις, κείμενο... Κείμενο που σίγουρα όταν το διαβάσω, θα κλάψω. Πάντα κλαίω με ό,τι γράφω. Είτε από χαρά, είτε από λύπη. Τελικά το κλάμα το έχω στο αίμα μου. Γονίδιο; Ποιός ξέρει; Μπορεί. Κείμενο λοιπόν. Ωραία. Να γράψω. Ό,τι σκέφτομαι. Ό,τι νιώθω. Γιατί; Γιατί μου αρέσουν οι σκέψεις μου γραμμένες. Μου αρέσουν τακτοποιημένες, οριοθετημένες μέσα στα γράμματα του αλφάβητου. Μου αρέσει ο ανθρώπινος λόγος. Με κάνει και αντιλαμβάνομαι καλύτερα την υπεροχή που μου έχει δώσει η φύση. Με κάνει να ξεχωρίζω από τα υπόλοιπα είδη που ζουν στον πλανήτη μας.
Έλλογο ον...

Δεν ξέρω αν μου αρέσει το περιεχόμενο των σκέψεων μου. Αυτό όμως είναι ένα άλλο θέμα. Άλλο κεφάλαιο. Για άλλη ώρα. Για άλλη μέρα. Τώρα θέλω να γράψω... Σκέφτομαι. Και ξεκινάω. Σκέφτομαι χίλιες δυο λέξεις. Ανάκατες. Μπερδεμένες. Μόνες...
Όπως εγώ... Όπως εσύ...

Άραγε πώς να είσαι εσύ που με διαβάζεις;
Είσαι χαρούμενος; Λυπημένος; Θυμωμένος; Πως;
Και πως νιώθεις, με αυτά που έρχεσαι εδώ, για να διαβάσεις;
Και γιατί έρχεσαι σε μένα;
Τι είναι αυτό που σε τραβάει;
Τι σε κάνει να θες να διαβάζεις το ημερολόγιο μου;
Τι σε κάνει να θες να μου αφήσεις σχόλιο;
Τι σε κάνει να μην θες να μου αφήσεις σχόλιο;
Δεν ξέρω. Δεν γράφω για τα σχόλια ούτως ή άλλως.
Γράφω για να είναι κάπου γραμμένο το σκεπτικό μου. Τα κείμενα μου είναι δικά μου και φυσικά πάντα γράφω επί προσωπικού. Γράφω όπως μιλάω, όπως νιώθω και σίγουρα όπως σκέφτομαι. Είναι εμφανές; Για μένα, ναι. Για σένα, δεν ξέρω.

Πάντως είναι τρελό τώρα που το σκέφτομαι. Γράφεις κάτι μόνος. Είναι οι σκέψεις σου. Είναι το ημερολόγιο σου. Το τοποθετείς γλυκά γλυκά εδώ. Το φτιάχνεις, το στολίζεις. Είναι δικό σου. Είναι μοναχό του κατ’ ουσία. Αλλά είναι και σε κοινή θέα. Στα μάτια του οποιουδήποτε επισκέπτη...
Δεν γράφω για να ‘πουλάω’. Γράφω για μένα. Γράφω από μένα. Και εμένα δεν με ‘πούλησα’ ποτέ. Και ούτε πρόκειται. Για κανένα αντίτιμο. Και κανέναν. Τελεία και παύλα. Απλά μου αρέσει να γράφω. Πειράζει; Λες να πειράζει; Και ποιον πειράζει τελικά περισσότερο, εσένα ή εμένα;

Σκοτείνιασε. Βράδιασε. Ας κλείσω το παράθυρο, γιατί έπιασε ψύχρα. Δεν μου αρέσει να κρυώνω. Μου αρέσει η ζέστη. Η ανθρώπινη ζέστη...

Καθισμένη στο πάτωμα, κοιτάω το σπίτι. Ήρεμο. Ήσυχο. Άηχο. Συνεχίζει να ακούγεται μόνο ο χτύπος της καρδιάς μου...

Σκέφτομαι...
Γράφω...
Κλαίω...
Μοναξιά μου...

Βροχή και σήμερα...



Βροχή και σήμερα κι ούτε ένα γράμμα σου,
κι ούτε ένα μήνυμα στον μαύρο ουρανό.
Φυλάξου αγέρα μου, φυλάξου αγρύπνια μου,
φυλάξου αγόρι μου, από τον κεραυνό...

Δήμητρα Γαλάνη

Πέμπτη, Σεπτέμβριος 21, 2006

Αντικλείδι...





Της φυλακής μου πόρτα εσύ και αντικλείδι,
και γω μικρό στολίδι στον άσπρο σου λαιμό.
Θα πω ένα τραγούδι σήκω να το χορέψεις,
τα μάτια να μου κλέψεις για πάντα πριν χαθώ...


Μίλτος Πασχαλίδης

Διάλογος ή μονόλογος;

Διάλογος: συζήτηση, ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, κατά την οποία καθένας από τους συνομιλητές παίρνει εναλλάξ το λόγο για να διατυπώσει, με σχετική συντομία,
την άποψή του επάνω σε κάποιο θέμα.
ή
Μονόλογος
: μακρύς και συνεχής λόγος που γίνεται από ένα μόνο πρόσωπο χωρίς να διακόπτεται από άλλο.

Διαλέγετε και παίρνετε... Ότι βολεύει και εξυπηρετεί τον καθένα. Όπως του έρχεται καλυτέρα. Ότι τον κάνει να νιώθει καλά. Ότι νομίζει. Όπως το βλέπει. Όπως έχει μάθει. Όπως έχει συνηθίσει...
Αλλά παρακαλώ πολύ ενημερώστε και τον άλλο που έχετε απέναντι σας. Να ξέρει τι τον περιμένει. Διάλογος. Μονόλογος. Αλλά ξεκάθαρα παρακαλώ. Όχι να είναι διάλογος κρυμμένος πίσω από μονόλογο ή το αντίστροφο.
Δεν θέλω τέτοια. Ξεκάθαρα. Σταράτα. Ντόμπρα. Καλά;

Ο εγκέφαλός μου δημιουργεί τον κόσμο;

Escher's Day and Night Artwork

Γνωρίζω ότι δεν αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον με τα μάτια, αλλά με το μυαλό. Πώς, όμως, ο νους μου 'διαβάζει' την πραγματικότητα μέσα από τις εικόνες; Είναι σαν να θέλω να λύσω ένα δύσκολο πρόβλημα.

Τα λάθη είναι οι ψευδαισθήσεις; Όχι. Τα λάθη είναι ψευδαισθήσεις.

Όλοι λίγο-πολύ έχουμε μπερδευτεί με κάποια εικόνα που δίνει την ψευδαίσθηση της κίνησης, με έναν χώρο έξυπνα διαμορφωμένο που δείχνει μεγαλύτερος απ’ ό,τι είναι ή έχουμε θαυμάσει τα έργα με την ιδιόμορφη συμμετρία του Μ.C. Escher.

Πώς ο εγκέφαλος μας 'διαβάζει' λοιπόν την πραγματικότητα μέσα από εικόνες;

Οι εικόνες αντιπροσωπεύουν, άμεσα αλλά λίγα και βιολογικά ασήμαντα χαρακτηριστικά του αντικειμένου. Έτσι σημαντικό από βιολογικής απόψεως είναι, αν το αντικείμενο είναι δηλητηριώδες, σκληρό, βαρύ, φιλικό, εχθρικό, που δεν είναι όμως χαρακτηριστικό των εικόνων. Άρα η ζωή του κατόχου του ματιού εξαρτάται από το πώς θα ερμηνεύσει αυτές τις εικόνες.
Επιβίωση.

Τα μάτια μας, έχουν μικρή βιολογική σημασία αν δεν υπάρχει ο εγκέφαλος για να ερμηνεύσει τις εικόνες που προσλαμβάνουν. Το να αντιληφθούμε την πραγματικότητα μέσα από τις εικόνες είναι σαν να λύνουμε ένα δύσκολο και συνεχές πρόβλημα. Ο εγκέφαλος αρχίζει να συναρμολογεί τα μικρά σε μεγαλύτερα τμήματα, όπως θα έκανε κάποιος που σχηματίζει ένα ψηφιδωτό από χιλιάδες μικροσκοπικές πλάκες. Η όραση δεν είναι κάτι λοιπόν που διαδραματίζεται στο μάτι. Συμβαίνει σε πολλαπλά στάδια και διεργασίες μέσα στον εγκέφαλο.

Κατά πόσο όμως αυτό το οποίο βλέπουμε, καθορίζεται από τον τρόπο που λειτουργεί ο νους μας; Μήπως τελικά μπορούμε να δούμε μόνο αυτά, τα οποία 'χωράει το μυαλό μας';

Η ευχή μου...





Της δώσανε τρεις ευχές.
Τρεις.
Ούτε μια παραπάνω.
Μπορούσε να έχει τα πάντα.
Πήρε όμως, μόνο όσα μπορούσαν να κρατήσουν οι ώμοι της. Πήρε μόνο όσα πίστευε, οτι άξιζε να πάρει...
Σχεδόν τίποτα...

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 20, 2006

Σχέσεις αγάπης & στοργής...

(αφιερωμένο...)

Ήταν πολλά. Είχαν μαζευτεί εδώ και πολλά χρόνια. Δώρα. Μικρά. Μεγάλα. Όλα χαρούμενα. Και πολύ πολύ γλυκά. Είχαν το καθένα την δική του μικρή ιστορία. Τα κρατούσα. Τα μάζευα. Για να είναι στόλισμα. Για να είναι κομμάτι του κομματιού μου. Για να νιώσει την αγάπη που βγάζανε. Δεν ήρθε. Αυτά έμειναν. Αποφάσισα να τα δώσω. Εκεί που σίγουρα θα έφερναν την χαρά για την οποία φτιαχτήκαν. Ο τρόπος απλός. Γρήγορος. Η χαρά διπλή. Και στο πρόσωπο των κυριών του Ιδρύματος για την χειρονομία αλλά και των παιδιών.
Χαλάλι. Άξιζε. Πόνεσε αλλά άξιζε...


Στις 25 Σεπτεμβρίου 2006 το Δημοτικό Βρεφοκομείο 'Άγιος Στυλιανός' καθώς και ο Σύλλογος Φίλων - Εθελοντών και αναδόχων οικογενειών του Βρεφοκομείου 'Άγιος Στυλιανός' διοργανώνουν στην Θεσσαλονίκη μία μοναδική εκδήλωση. Μια ξεχωριστή συναυλία του αγαπημένου στην πόλη μας καλλιτέχνη Πασχάλη Τερζή, στο Θέατρο Γης. Όλα τα έσοδα της εκδήλωσης θα διατεθούν για τα ορφανά παιδιά του ιδρύματος.

Σκέψη...

Όλα είναι βαριά σήμερα. Η διάθεση. Το σώμα. Η ψυχή. Τα μάτια. Η καρδιά.
Όλα έχουν φτάσει σε σημείο να υπολειτουργούν. Αισθήσεις. Μυαλό.
Ίσως αυτό να με ενοχλεί περισσότερο. Να αισθάνομαι τόσο βαρύ το μυαλό μου, την σκέψη μου. Να της δίνω δεδομένα και αυτή να αρκείτε απλά στο να τα βλέπει, να μην θέλει και μάλιστα πεισματικά, να τα διαχειριστεί, να τα αναλύσει, να τα επεξεργαστεί.
Φεύγει. Δεξιά και αριστερά. Την χάνω. Το ξέρω ότι κουράστηκε και αυτή, αλλά τι να κάνω;
Πρέπει... Πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Να είναι έτοιμη. Να αντιμετωπίζει την κάθε μέρα μου. Δεν μπορώ να νιώθω το μυαλό μου διαλυμένο. Είναι το μόνο μου καταφύγιο...
Η μόνη μου ελπίδα.
Η μόνη μου...

Τρίτη, Σεπτέμβριος 19, 2006

Βρε δεν πας να χτυπιέσαι εσύ;

Αν οι άλλοι είναι κουφοί , τέλος!
Ότι κι αν λες, όπως κι αν το λες, είναι ανώφελο.
Δεν σε εκνευρίζω εγώ... μόνη σου εκνευρίζεσαι...
Σοβαρά; Τι μου λες;
Δεν το ήξερα!
Μόνη μου εκνευρίζομαι; Ε, ναι λοιπόν, μόνη μου. Και θα εκνευρίζομαι. Και θα τα παίρνω. Και θα φωνάζω. Και θα κλαίω. Και θα τσιρίζω.
Γιατί;
Γιατί αντιλαμβάνομαι. Αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει. Σε όλο του τον κύκλο. Και σε αυτόν τον γαμημενο τον κύκλο, είστε όλοι σας. Δεν άφησα κανέναν σας απ’ έξω...κανέναν. Αντιλαμβάνομαι το όλον και ουχι το μερικόν.
Κοινώς;
Δεν καταλαβαίνω μόνο τα δικά μου, καταλαβαίνω και εσάς. Τι περνάτε. Πως το περνάτε. Τώρα θα μου πείτε, γιατί να το περνάτε;
Γιατί μια δική μου απόφαση να έχει τόση επίδραση πάνω σας...
Γιατί να σας αλλάξω τα δεδομένα;
Γιατί ίσως, η άγνοια σκοτώνει;
Λέω τώρα...
Γιατί να σας βγάλω από εκεί που είχατε στρογγυλοκαθίσει;
Ε;
Ίσως γιατί τελικά, είχατε τόσο πολύ βουλιάξει στα άφρατα μαξιλαράκια σας, που σκεπάστηκαν και τα αυτιά σας και τα μάτια σας.
Δεν με ακούγατε. Δεν με βλέπατε.
Δεν θέλατε; Δεν μπορούσατε; Εγώ, αυτό δεν το ξέρω.
Και να το ξέρω, σιγά μην απαντήσω και για σας.
Μεγάλα παιδιά είστε, πείτε το μόνοι σας...

Εγώ μιλούσα. Τα έλεγα. Με όποιον τρόπο και αν μπορούσα. Έτσι μπορώ. Έτσι μπορούσα. Και μην μου πείτε ό,τι δεν τα έλεγα. Τα έλεγα. Αλλά δεν μου δίνατε σημασία...
Γιατί;
Γιατί πάντα με βλέπατε μέσα από το πρίσμα της ‘μικρής’, της αδύναμης.
Ποια είναι η αδύναμη, ρε; Εγώ;
Ας γελάσω.
Και δυνατά μάλιστα. Έτσι μπας και σας ξεκουφάνω!

Εγώ ήμουν εκεί. Δίπλα σας. Μαζί σας. Σας τα έδωσα όλα. Όλα. Έτσι. Χάρισμα.
Δικό σας, που λένε.
Τα είχατε και τα χαιρόσασταν. Αλλά δεν τα καταλαβαίνατε...
Δώρο ήταν. Δώρο ζωής.
Δώρο την ζωή μου σας έκανα...
Αντάλλαγμα; Κανένα δεν ζήτησα... Μου έφτανε που ήσασταν εκεί. Εκεί. Να υπάρχετε, για να μπορώ να σας δίνω το δώρο μου. Όλο και πιο πολύ. Όλο και περισσότερο. Δικό σας.
Και ‘σεις;
Το βλέπατε. Το νιώθατε. Ναι.
Αλλά δεν το φροντίσατε, όπως θα ήθελα. Εγωιστικό; Μπορεί.
Αλλά τι να κάνουμε, είμαι εγωίστρια!

Μια ματιά πιο πέρα από τα δικά μου μάτια, ήθελα. Λίγο να με προλάβεις και να με προσπεράσεις... Και να σε βρω εκεί που ήξερες ότι θα έρθω. Γιατί ήξερες ότι θα έρθω. Ήταν δεδομένο. Με τέτοια αγάπη, που αλλού μπορούσα να πάω;
Ε;
Έτσι δεν είναι;

Αλλά τώρα πείτε μου, τι καταφέρατε; Τι κατάφερα;
Να μην μπορώ να έρθω. Να μην μπορώ να δώσω. Να μην είστε εκεί για να πάρετε.
Άδικο;
Ναι, αλλά για πείτε μου για ποιον είναι άδικο, πάνω από όλα;
Για σας; Για μένα;
Για ποιον;
Για ποιον, ρε γαμώτη μου;
Ε;

Ζωή να μπω...

Στίχοι - Μουσική: Δημήτρης Κοργιαλάς
Πρώτη εκτέλεση: Ευριδίκη

Ποιος, ποιος θα μου φέρει εδώ
όλα αυτά που 'χει πάρει από μένα, ποιος;
Πως, πως να κρατηθώ
Μοιάζει η ζωή μου μαχαίρι, να τ' αποφύγω πως;

Με μια θάλασσα πλατιά
Έλα σβήσε μου τον πόνο
Μ' ένα απέραντο ουρανό
Έλα σκέπασε τον φόβο
Μη μ' αφήνεις μόνη εδώ
Να πεθαίνω κάθε μέρα
Έλα δείξε μου να δω
Αν υπάρχει παράπερα
Ζωή να μπω...

Ποιος, ποιος θα είν' αυτός
Που θα με κάνει να κλάψω
Και να γελάσω, ποιος;
Πώς, πώς να σβήσω εγώ
Όλα όσα θυμάμαι
Πώς, να ξεχάσω, πώς;

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 18, 2006

Δώστε μου την ζωή μου πίσω...

Αυτό που θα ήθελα απόψε, είναι την ζωή μου πίσω.
Αλλά δεν ξέρω από ποιον να την ζητήσω.
Τόσο την σκόρπισα, τόσο την χαράμισα, τόσο την δάνεισα, τόσο την ξερίζωσα. Από ποιον να την ζητήσω τώρα...
Και τι ωφελεί...
Αυτό που θα ήθελα απόψε τελικά, είναι ένας ώμος, να γείρω πάνω του και να κλάψω.
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές... Να κλάψω για όλα.
Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα. Για όσα ένιωσα. Για όσα περίμενα και δεν ήρθαν. Για όσα ήρθαν. Για όσα με πρόδωσαν. Για όσα με χαράκωσαν. Για όσα με θανάτωσαν. Για όσα με ανάστησαν.
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές.
Για όλα...
Να γείρω στον ώμο κάποιου και να ακούσω την φωνή του, να μου πει ψιθυριστά 'μην κλαις'. Μόνο αυτό. Τίποτα άλλο.
Μην κλαις. Μόνο αυτό...


Αλκυόνη Παπαδάκη - Στο ακρογιάλι της ουτοπίας - Εκδόσεις Καλεντης

Παρασκευή, Σεπτέμβριος 15, 2006

Σήμερα είναι μια άλλη μέρα...

Καλώς την μας την Σκάρλετ, βρε! Καιρό είχαμε να σε ακούσουμε. Πως κι από δω; Τι έγινε; Πως την είδες σήμερα; Βάζω το καλό μου χαμόγελο και κάνω κούνια στην μεγάλη βελανιδιά; ( που ‘σαι ρε κοκοβικο;...)
Τι να κάνω; Είπα η γυναίκα, να ξεφύγω λίγο. Να ξεφύγω. Τώρα από μένα θέλω να ξεφύγω; Από όλους τους άλλους; Δεν ξέρω. Απλά ξέρω, ότι θέλω να ξεφύγω. Να αλλάξω λίγο το μυαλό μου. Τις εικόνες μου. Η φυγή τελικά, είναι καλό πράγμα. Η απόσταση. Το έξω. Το έξω από τα πράγματα και τις καταστάσεις. Άντε λοιπόν, να το κάνουμε και αυτό. Να δούμε τι θα γίνει βρε αδελφέ! Θα γίνει τίποτες; Ή πάλι θα γυρίσω η ίδια ή και χειρότερη; Θα δείξει. Θα το μάθετε. Θα το δείτε. Θα το καταλάβετε. Αν από βδομάδα έχω τα ίδια μποφόρ, πάει να πει ότι δεν έγινε τίποτα. Ότι είμαι τόooσο κολλημένη ( και ουχι με την μπάλα...! ) που δεν έχω πλέον γιατρειά.
Αυτά...
Καλό μας σαββατοκύριακο. Καλό και ταξιδιάρικο. Και για την ψυχή και για το μυαλό.
Άντε μπας και ψιλομαζεψουμε τα κομμάτια μας και επανέλθουμε δριμύτεροι.
(Μεταξύ μας; Χλωμό το κόβω. Αλλά τι να ευχηθώ;)
Σας αφήνω, λοιπόν...
Η κούνια στην βελανιδιά με περιμένει...

Πέμπτη, Σεπτέμβριος 14, 2006

Διαχείριση θυμού...

Κάθε φορά, που ενώ εγώ, εκφράζω ανάγκες ή παράπονα ή ανησυχίες, εσείς απειλείτε, καθοδηγείτε, ικετεύετε, κολακεύετε, ανακρίνετε, αμφισβητείτε, διακόπτετε, κρίνετε, κατηγορείτε, ενοχοποιείτε, γελοιοποιείτε, ερμηνεύετε ή αλλάζετε θέμα, εμποδίζετε την επικοινωνία και τραυματίζετε την αγάπη. Την αγάπη μου.
Καταλάβατε; Πείτε μου, καταλάβατε; Πως μετά εγώ, να μην θυμώνω, γαμώτη μου; Πως;
Ναι. Θυμώνω. Θυμώνω πολύ. Οργίζομαι. Ξέρω. Ξέρω. Πρέπει να διαχειριστώ τον θυμό μου. Αλλά πως; Πώς να το κάνω; Ξέρετε, όταν θυμώνω δεν προσπαθώ να δικαιωθώ. Δεν χρειάζεται να δικαιώσω το θυμό μου. Κάποιες φορές επιτρέπεται να θυμώνω ακόμη και όταν έχω άδικο. Ε;
Πάντως αυτό που ξέρω, είναι ότι πλέον όσο μπορώ, θα πρέπει να αποφεύγω να κάνω υποχωρήσεις σε θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν στην ισορροπία της προσωπικής μου ζωής. Αν αφήσω να με ‘πατάτε’, θα είναι αναπόφευκτο μετά να μην νιώθω οργισμένη.
Αυτά τα λίγα. Σταματώ...
Με νιώθω, φούντωσα πάλι...
Θύμωσα... Θύμωσα πολύ!!!!

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 13, 2006

Τι κι αν θέλεις εσύ...

Δεν φτάνει. Πρέπει να θέλουν και οι άλλοι. Οι άλλοι. Πιστεύεις ότι είναι λίγοι αλλά και λίγοι να είναι, τελικά είναι πολλοί. Πολλοί. Αδιαχείριστοι. Πώς να κουμαντάρεις την δική τους σκέψη; Πως; Πως γίνεται να κουμαντάρεις τους πάντες και τα πάντα; Πως γίνεται να διαχειριστείς την 'προστασία' τους; Εγώ για σένα... το λέω. Εγώ για σένα... το κάνω. Σοβαρά; Και εγώ που είμαι, ρε παιδιά; Όλα για μένα χωρίς εμένα;
Λογικό. Παράλογο. Δίκαιο. Άδικο. Εφικτό. Ανέφικτο. Κάνεις βήμα και πας που; Έχεις τσαμπουκά. Κάνεις τα χίλια μύρια και τον βρίσκεις τον γαμημένο. Τσαλακώνεις. Τσαλακώνεσαι. Προσπαθείς. Και; Αδιέξοδο. Τοίχος. Μπετόν αρμέ. Να τον ραγίσεις; Αδύνατο. Να ραγίσεις εσύ; Το πιο πιθανό. Πέφτεις. Χτυπάς. Και νιώθεις αδύναμη. Και νιώθεις τον ελεεινό τον κόμπο στον λαιμό. Να σε πνίγει. Να πνίγεσαι. Και πατώνεις. Και χτυπάς πάλι το χέρι στο πάτωμα. Και λες δεν μπορεί. Δεν είναι δυνατό. Εγώ αυτό το 'εργάκι' κάπου το έχω ξαναδεί. Το έχω ξαναζήσει. Χρόνια. Για χρόνια. Και βλέπεις ότι δεν έχεις άλλη επιλογή από το να ξανασηκωθείς. Να ξαναπροσπαθήσεις. Και πάλι τα ίδια. Αλλάζεις την σκέψη σου. Την καρδιά σου. Τα αισθήματα σου. Λες έτσι θα το προσπαθήσω αυτήν την φορά. Και θα πετύχει. Δεν μπορεί να μην πετύχει γαμώτη μου! Και μιλάς. Και μιλάς. Και μιλάς. Μιλάς εσύ. Ακούν όμως οι άλλοι; Και αν ακούν, τι καταλαβαίνουν; Εσένα; Αυτούς; Αυτούς για σένα;
Βαρέθηκα.
Δεν θα ξαναδώσω σημασία λέω, στην γνώμη των άλλων. Όποιος και αν είναι αυτός ο άλλος. Όσο και ότι κι αν κάνει και λέει, είναι από αγάπη. Από φροντίδα. Για να με προστατέψει. Δεν θέλω προστασία. Δεν θέλω γνώμη. Δεν θέλω τίποτα.
Αναρωτιέμαι. Μιλάω σωστά; Ναι. Μιλάω και τεκμηριώνω τι λέω. Ε, και; Δεν βγάζει πουθενά. Πουθενά.
Ο άλλος έχει τις δικές του σκέψεις. Την δική του τεκμηρίωση. Ναι ρε, γαμώτη μου. Την σέβομαι. Αλλά είναι βάση της δικής του λογικής. Της δικής του. Όχι της δικής μου. Ακου την δική μου. Την δική μου. Για να στην πω, την σκέφτηκα. Την σκέφτηκα. Αν με ξέρεις, ξέρεις αν σκέφτομαι σωστά. Αν κρίνω σωστά. Αν νιώθω σωστά. Εκτιμά την λοιπόν, την γαμημένη και μην μου την πατάς. Μην με πατάς...
Βαρέθηκα να με πατάνε με τόση αγάπη. Με τόση στοργή. Να με πατάνε με τόση προστασία. Βαρέθηκα. Βαρέθηκα με τις καλύτερες των προθέσεων να με 'σκίζουν'. Είμαι λάθος. Οκ. Δεχτείτε με, έτσι. Καταλάβετε με, έτσι. Εγώ γιατί το κάνω; Εγώ γιατί το μπορώ; Εγώ δεν σας αγαπάω; Πείτε μου...

Άστα ρε Βασιλική. Άστα ρε καλή μου. Δεν έχει σημασία. Ακούς; Δεν έχει σημασία. Τι κι αν θέλεις εσύ;

Θα με ακούσει κανείς;

Επιτέλους, θα με ακούσει κανείς; Εμένα. Εμένα. Θα ακούσετε αυτά που λέω; Θα καταλάβετε τι λέω; Γιατί τα λέω; Πως τα λέω; Γιατί ρε γαμώτη μου, κουράστηκα. Σας το λέω εδώ και καιρό. Αλλά εσείς τον ίδιο χαβά. Κουφοί. Κουφοί. Γιατί ρε, δεν με ακούτε; Τι σας ζητάω; Ε; Πείτε μου. Όχι, πείτε μου τι σας ζητάω; Κάτι εξωφρενικό; Κάτι παράξενο; Κάτι αλλόκοτο; Όταν μιλάς, αυτό που περιμένεις είναι ο άλλος να σε ακούσει. Τουλάχιστον να σε ακούσει. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μιλάω. Εξηγώ. Αναλύω. Και που με οδήγησε αυτό; Ε; Που με οδήγησε αυτό; Πουθενά! Πουθενά, αγαπητοί μου! Και δεν μου λέτε; Γιατί δεν με ακούτε; Δεν τα λέω ξεκάθαρα; Δεν τα λέω κατανοητά; Και λάθος να είναι αυτά που λέω (επιτρέψτε μου να κάνω και λάθος δηλαδή) εσείς θα έπρεπε να με ακούτε! Και να μου πείτε, ωπα εδώ έχεις λάθος! Θα σταματούσα. Θα το σκεφτόμουν, τουλάχιστον. Θα βλέπατε αντίδραση. Εγώ μιλάω και αντίδραση καμία. Μόνη μου μιλάω, μόνη μου απαντάω! Και δεν είμαι και καμιά τρελή! Εντάξει; Ανοίξτε ρε γαμώτο μου, τα αυτιά σας και τα μάτια σας. Δείτε με να φωνάζω μπροστά σας, να σας εξηγώ με ότι μέσο έχει ένας άνθρωπος, το τι αισθάνομαι. Και απορρίψτε το. Δεν θα με πειράξει τόσο. Σας το λέω. Φτάνει να καταλάβω ότι με ακούσατε... Ότι με ακούσατε...

Τα καταφέρατε...

και μου τα σπάσατε τα νεύρα...
Μην τολμήσετε τώρα να μου ζητήσετε και τα ρέστα!!!

Τρίτη, Σεπτέμβριος 12, 2006

Αγάπη είναι...

  • να κρατάς φυλαχτό στον κόρφο σου κάθε τι που σ’ έχει πληγώσει...
  • να ’σαι το πάθος και να διαλαλείς τον έρωτα...
  • να στοχάζεσαι και ν’ ακούς μαζί την εξομολόγηση τ’ αλλουνού...
  • να χάνεις το τραίνο προκειμένου να ταχυδρομήσεις ένα φιλάκι στην καλή σου...
  • να μαζεύεις απ’ το δρόμο τα ψιλά πού ’πεσαν απ’ τα τρεμάμενα χεράκια της γριούλας και να της επιστρέφεις το πορτοφόλι σου...
  • να μην πολυσκέφτεσαι, όταν πρόκειται να πετάξεις τη μάσκα σου στον ασβεστόλακκο της λήθης...
  • η σπασμένη λόγχη στα πλευρά σου, που γίνεται αντίδωρο για το καλό όσων σε απαρνήθηκαν...

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 11, 2006

Παραμύθι Με Λυπημένο Τέλος...

(στίχοι, μουσική: Μίλτος Πασχαλίδης)

Κάποτε γνώρισα μια λίμνη
Μάτια μου, μάτια μου
Κάποτε γνώρισα μια λίμνη
Που 'θελε να 'ναι θάλασσα

Και κάθε που χαράζει
Την τρώει το μαράζι
Και κάθε που χαράζει
Την τρώει το μαράζι


Κάποτε αντάμωσα μια πέτρα
Μάτια μου, αχ μάτια μου
Κάποτε αντάμωσα μια πέτρα
Που 'θελε βράχος να γενεί

Και κάθε που χαράζει
Την τρώει το μαράζι
Και κάθε που χαράζει
Την τρώει το μαράζι

Κάποτε αγάπησα μια κόρη
Μάτια μου, μαύρα μάτια μου
Που ρωτούσε κάθε αγόρι
Πότε γυναίκα θα γενεί

Και κάθε που χαράζει
Την τρώει το μαράζι
Και κάθε που χαράζει
Την τρώει το μαράζι

Έχουν περάσει χρόνοι δέκα
Μάτια μου, αχ μάτια μου
Η κόρη γίνηκε γυναίκα
Μα εγώ απόμεινα παιδί

Και κάθε που χαράζει
Με τρώει το μαράζι
Και κάθε που χαράζει
Με τρώει το μαράζι



(αφιερωμένο στο 'παιδί' αλλά και στην 'θάλασσα'…)

Παρασκευή, Σεπτέμβριος 08, 2006

Ο θόρυβος της ζωής...

Το παράθυρο είναι μισάνοιχτο. Από δίπλα ο θόρυβος συνεχής και αδιάκοπος. Το βουητό με ενοχλεί. Θέλω την ησυχία μου. Την απόλυτη ησυχία. Το απόλυτο κενό. Αεροστεγώς κλεισμένη στον κόσμο μου. Στο μυαλό μου. Να βοηθήσω την σκέψη μου να ανασυνταχθεί. Να ξαναλειτουργήσει. Να την νιώσω ζωντανή και δυνατή. Μου χρειάζεται. Το έχω ανάγκη. Χωρίς την σκέψη μου, νιώθω ότι δεν ζω. Ότι μπορεί να αναπνέω αλλά ότι δεν ζω. Δεν νιώθω. Νιώθω με την σκέψη μου. Θεέ μου, το χάνω; Δεν ξέρω. Σηκώνομαι απότομα να κλείσω το παράθυρο. Ξαφνικά νιώθω το αεράκι να χτυπάει το πρόσωπο μου. Να μπαίνει μέσα μου. Κλείνω τα μάτια μου για να το αισθανθώ καλύτερα. Γιατί άραγε με κλειστά μάτια αισθάνεσαι τα πράγματα καλύτερα; Γιατί; Απότομα όλοι οι θόρυβοι χαθήκανε. Δεν ακούω τίποτα. Τίποτα. Νιώθω μόνο την σκέψη μου να χτυπάει μέσα στο κεφάλι μου. Κλείνω το παράθυρο. Θέλω να μην χάσω για τίποτα αυτήν την στιγμή. Την στιγμή που νιώθω την σκέψη μου. Μένω ακίνητη. Όρθια...

Δεν ήθελα τίποτα να διαταράξει αυτήν την μαγεία που αισθανόμουν. Άρχισα να τα βλέπω όλα. Να τα παίρνω ένα ένα και να τα ξεδιπλώνω. Να τα απλώνω και να τα παρατηρώ. Αισθήματα. Λόγια. Πράξεις. Κινήσεις. Ζωή. Την ζωή μου. Πόσες φορές το έχω κάνει. Ξεδιπλώνω και αναδιπλώνω. Πιστεύω ότι τα τακτοποιώ και αυτά μένουν τελικά ατακτοποίητα. Λες και έχουν δική τους θέληση. Την δική τους δυναμική. Μα πως; Αφού πριν από λίγο αυτό ήταν εκεί. Γιατί τώρα δεν είναι; Που πήγε; Πως πήγε; Γιατί πήγε; Και εγώ που ήμουν για να το σταματήσω. Θέλω να μένουν τα πράγματα εκεί που τα τοποθετώ. Για να μπορώ να τα χειριστώ. Διαχείριση. Βαριά λέξη. Δύσκολη. Κουραστική. Κουράστηκα. Βαρέθηκα. Το βλέπω, λιποψυχώ. Δεν είμαι καθόλου δυνατή, τελικά. Πιστεύω ότι σκέφτομαι. Σκέφτομαι; Με τόσες φορές που πίστευα ότι το έχω κάνει, δεν έπρεπε όλα τώρα να είναι καλυτέρα; Εξωτερικοί παράγοντες. Ναι. Αλλά εγώ που είμαι; Γιατί δεν τους σταματώ; Γιατί δεν τους αλλάζω, προς ιδίων όφελος; Δεν μπορώ; Δεν θέλω; Δεν ξέρω. Όλο αυτό με ακούω να λέω τον τελευταίο καιρό. Δεν ξέρω το ένα. Δεν ξέρω το άλλο. Και τι ξέρω; Έχω ζήσει τόσα μέχρι τώρα και δεν ξέρω; Είναι δυνατόν; Ξέρω. Αλλά δεν θέλω να ξέρω. Και εκεί είναι η διαφορά, πλέον. Κουράστηκα να ξέρω. Κουράστηκα.

Πόση ώρα έμεινα άραγε όρθια; Ο θόρυβος σταμάτησε. Άνοιξα και πάλι το παράθυρο. Ησυχία. Κενό ήχων. Απόλυτο κενό. Τώρα μπορώ να σκεφτώ. Να δω τι μου φταίει και γιατί. Ξαπλώνω. Κοιτάζω το ταβάνι. Κενό. Τι έγινε; Γιατί δεν μου έρχεται καμία σκέψη; Τι συνέβη; Που πήγαν οι σκέψεις μου; Ησυχία δεν ήθελα; Για να σκεφτώ. Τώρα που την έχω, γιατί δεν το κάνω; Μα τι θέλω επιτελούς; Τι; Η απάντηση, μπουνιά στο στομάχι. Δεν θέλω να σκέφτομαι πια. Θέλω φασαρία. Απόλυτη φασαρία. Αναρχία. Εκκωφαντικούς θορύβους. Δεν μπορώ άλλο μέσα. Το δωμάτιο είναι πολύ ήσυχο, πια. Ντύνομαι πρόχειρα. Ανοίγω την πόρτα. Αφήνω τις σκέψεις μου στην ησυχία τους. Και βγαίνω έξω. Στον θόρυβο. Στον θόρυβο της ζωής. Της δικής μου ζωής.

Πέμπτη, Σεπτέμβριος 07, 2006

Βραδινό...

Το είχα γράψει εδώ και πολλές μέρες. Αλλά δεν είχα το κουράγιο να το ανεβάσω. Έτσι λοιπόν αφού βρήκα το κουράγιο, αφού μετέβαλα και την εγκεφαλική μου δραστηριότητα, αφού μετά από έναν καλό ύπνο, ονειρεύτηκα και ελευθερώθηκα, είπα σήμερα να το κάνω...
Σήμερα δεν με πονάει τόσο, ίσως...
Οι σκέψεις μου τελικά μου αρέσουν, είτε είναι γλυκές είτε είναι πικρές, είναι δικές μου...
Αυτά τα λίγα...
Ευχαριστώ...


Το απογευματινό επισκεπτήριο μόλις είχε ξεκινήσει. Όλοι είχαν μαζευτεί στην μεγάλη σάλα και περίμεναν τους δικούς τους. Άλλοι τα παιδιά με τα εγγόνια τους, άλλοι κάποιον φίλο ή γνωστό. Εγώ έπινα το καφεδάκι μου ήσυχη σε μια γωνιά και τους παρατηρούσα. Η Κατερίνα είχε επισκέψεις σήμερα. Και έλαμπε. Μου έριχνε κλεφτές ματιές που και που. Και μου χαμογελούσε. Και έλαμπε.
Έτσι καλή μου θέλω να σε βλέπω να γελάς, σκέφτηκα.
Σηκώθηκα και αθόρυβα απομακρύνθηκα. Έφυγα. Δεν περίμενα και κανέναν άλλωστε. Βγήκα στον κήπο. Αυτήν την ώρα ήταν ήσυχα εκεί. Και αυτό ήθελα, ησυχία. Ήθελα την μοναξιά μου. Ήθελα την συνήθεια μου. Την είχα συνηθίσει την μοναξιά μου. Τώρα θα μου πείτε, συνηθίζεται η μοναξιά; Σιγά μην σας απαντήσω...
Κάθισα σε ένα τραπεζάκι και έβλεπα τον ήλιο να δύει. Και σε θυμήθηκα. Σε έβλεπα να έρχεσαι σιγά σιγά, να έρχεσαι κοντά μου. Τα μάτια σου έλαμπαν. Τα χείλη σου είχαν ζωγραφισμένο ένα αχνό χαμόγελο. Είχα καιρό να σε δω. Πολύ καιρό. Αλλά σήμερα σε ξανάβλεπα. Ηρθες και έκατσες δίπλα μου.
Είναι όμορφα εδώ, μου είπες.
Ναι. Είναι. Εδώ είχαμε κανονίσει να έρθουμε. Το θυμάσαι; Πως είσαι; ρώτησα.
Καλά, μου είπες και γύρισες το κεφάλι σου από την άλλη. Έκλαιγες; Δεν πρόλαβα να δω. Δεν ήθελες να δω. Εγώ πάντα όταν έκλαιγα σε κοιτούσα κατάματα. Εσύ ποτέ. Έτσι και τώρα...
Τι πίνεις; μου είπες.
Ένα καφεδάκι... Γιατί ηρθες; σε ρώτησα.
Για να φύγουμε μαζί, είπες και σηκώθηκες. Έλα, μην φοβάσαι, πάμε...
Έπιασες το ρυτιδιασμένο χέρι μου και με σήκωσες. Ήθελα να με αγκαλιάσεις. Ήθελα... Το χέρι σου ζεστό. Όπως παλιά. Ζεστό και γνώριμο. Το έπιασα απαλά.
Τα χτυπήματα δεν φύγανε, ε;
Δεν μου απάντησες.
Που θα πάμε; σε ρώτησα.
Ξέρεις. Δεν ξέρεις; μου είπες και έσκυψες το κεφάλι.
Ξέρω, σου απάντησα.
Θέλεις να κάνεις κάτι τελευταίο; με ρώτησες.
Όχι, τίποτα. Ότι ήταν να κάνω το έκανα. Πάμε. Πάρε με και πάμε...
Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά στον ουρανό. Το βράδυ έπεφτε, το πέπλο του ήσυχο και ήρεμο. Απομακρυνομασταν όταν άκουσα πίσω μου την φωνή της Κατερίνας. Ήταν από πάνω μου. Ήταν πάνω από το άψυχο σώμα μου και έκλαιγε...
Θεέ μου, σκέφτηκα, ανέλπιστο αλλά χύθηκε ένα δάκρυ και για μένα. Σε ευχαριστώ, Θεέ μου... Σε ευχαριστώ για όλα...

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 06, 2006

Όνειρο...

Ο άνθρωπος έχει μαζί με ορισμένα άλλα εξελιγμένα θηλαστικά το περίεργο προνόμιο να είναι πολίτης δύο κόσμων. Απολαμβάνει με καθημερινή εναλλαγή δύο ξεχωριστά είδη εμπειρίας της εγρήγορσης και του ύπνου. Όμως μέσα στον ύπνο λέει ο Ξενοφώντας είναι που η ψυχή δείχνει καλύτερα την θεϊκή της φύση και τότε μπορεί να προβλέπει κάτι από το μέλλον. Διότι τότε, καθώς φαίνεται, είναι εντελώς ελεύθερη...


Μην τολμήσετε να με ξυπνήσετε, λοιπόν...

Τρίτη, Σεπτέμβριος 05, 2006

Νευροανάδραση

Η Νευροανάδραση είναι μία στρατηγική μάθησης, η οποία καθιστά τον άνθρωπο ικανό να μεταβάλλει τα εγκεφαλικά του κύματα. Ουσιαστικά, πρόκειται για μία μέθοδο άμεσης, συστηματικής κι επιλεκτικής εκγύμνασης του εγκεφάλου.
Σύμφωνα με το γνωστό ψυχολόγο Γεώργιο Πιντέρη «κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να μάθει να ελέγχει οποιαδήποτε λειτουργία ανήκει στο αυτόνομο νευρικό σύστημα, αρκεί να έχει άμεση πληροφόρηση για την εξέλιξή της.»
Εάν λοιπόν ο εκπαιδευόμενος λαμβάνει ακριβή και άμεση ανάδραση σχετικά με την κατάσταση διαφόρων λειτουργιών οι οποίες δεν ελέγχονται συνειδητά από τον ίδιο, αλλά από το Α.Ν.Σ. (Αυτόνομο Νευρικό Σύστημα) όπως τα εγκεφαλικά κύματα, οι καρδιακοί παλμοί, η σωματική θερμοκρασία κ.α., τότε δύναται να παρέμβει στη λειτουργία τους και να την ελέγξει.
Η ΗΕΓ Βιοανάδραση (EEG Biofeedback), γνωστή ως βιοανάδραση των εγκεφαλικών κυμάτων ή Νευροανάδραση (Neurofeedback), αποτελεί μία από τις πιο δημοφιλείς και επιστημονικά ενδιαφέρουσες μορφές βιοανάδρασης. Αποτελεί μία στρατηγική μάθησης, η οποία καθιστά το άτομο ικανό να μεταβάλλει την εγκεφαλική του δραστηριότητα. Μέσω ειδικών ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τα οποία δίδουν άμεση ανάδραση των εγκεφαλικών κυμάτων του εκπαιδευόμενου, και σε μία σχετικά σύντομη χρονική περίοδο, οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να αυξάνουν ή να μειώνουν την εγκεφαλική τους δραστηριότητα.

[Νικόλαος Μαγαλιός, συγγραφέας του άρθρου]



Να λοιπόν τι δώρο θα μου κάνω, μπας και καταλάβω τελικά γιατί γίνονται όλα!!! Μαθήματα Νευροανάδρασης...

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 04, 2006

Κουράγιο...




"Κουράγιο δεν είναι η έλλειψη φόβου.
Είναι να δρας σε πείσμα του φόβου...."
Μαρκ Τουέιν



Ωραία μας τα λες αγαπητέ Μαρκ...
Αλλά αυτό που δεν μας λες, είναι...
που το πουλάνε το κουράγιο;;;
Ε;;;