Τρίτη, Οκτώβριος 31, 2006

Καλά κρασιά...

διαλέχτε και πάρτε...
ότι θέλετε έχει ο μπαχτσές...
αμ' πως;
έτσι θα σας άφηνα;
ε, ρε γλέντια!!!

Δευτέρα, Οκτώβριος 30, 2006

Συγνώμη...


...εγώ τώρα να εμφανιστώ ή να εξαφανιστώ;
ε; ρωτάω για να ξέρω... απλά...

Παρασκευή, Οκτώβριος 27, 2006

‘Τρίπτυχο’...

Καπνός και ποτό μπας και θολώσει το μυαλό. Σταματήσει να σκέφτεται. Σταματήσει. Θολώσει τόσο πολύ που όλα να του φαίνονται μακρινά. Ξένα. Αλλουνού. Τα μάτια θολά. Εδώ και ώρα. Από το κλάμα αυτά. Η καρδιά βαριά. Αυτή, είναι έτσι εδώ και χρόνια. Πολλά. Βαριά...

Ποτό. Τσιγάρο. Mουσική. Bαριά και αυτή. Το απόλυτο ‘τρίπτυχο’. Για τους πονεμένους. Για τους μόνους. Δεν έχει σημασία αν είσαι με παρέα. Αν είσαι μόνος στην ψυχή, δε ‘πα ‘να σαι ανάμεσα σε χίλιους ανθρώπους, πάλι μόνος θα αισθάνεσαι...

Δικαιολογία. Αυτή σου την δίνει το ‘τρίπτυχο’. Για ξέσπασμα. Για κλάμα. Για βαρύ ζεμπέκικο. Τα χέρια ευθεία. Τα βήματα βαριά και αυτά. Η σκέψη θολή. Στην σκέψη όλα μαζί. Στον πάτο του ποτηριού η ζωή σου. Η ανάσα σου. Πίνεις και την αφήνεις εκεί. Να επιπλέει. Να δεις αν σωθεί. Αν είναι ζωντανή. Οι δείκτες σταματημένοι. Τα χέρια κρύα. Τα μάγουλα καίνε. Το δάκρυ πάνω τους για ακόμη μια φορά. Φόβος. Ακόμη μια γουλιά. Ακόμη μια ρουφηξιά. Όλα θολά, πλέον...

Που είναι όλα; Που πήγαν; Έφυγαν; Και εγώ; Εγώ εδώ. Γιατί; Ο πάγος έλιωσε και αυτός. Φυσικό αποτέλεσμα; Ναι, βέβαια. Όλα λιώνουν. Όλα...

Ζωή. Κρατά την, σου λένε. Αλλά δεν σου λένε πως. Πως; Πείτε μου, πως;

Ζωή και θάνατος. Θνητός και αθάνατος. Ο φόβος. Η απώλεια. Όλα μάταια. Τα δάκρυα κυλάν. Μα που παν; Γιατί φεύγουν και αυτά; Πως ήρθαν; Ήρθαν για να φύγουν; Αέναος κύκλος. Το ένα μέσα στο άλλο. Συνέχεια. Αιτία. Αποτέλεσμα...

Η μουσική δυνατή. Χτυπάει μέσα. Έξω. Παντού. Το πότο κυλάει στον λαιμό. Καίει και αυτό. Τελειώνει. Ότι τελειώνει, καίει τόσο πολύ; Ναι. Στο τέλος είναι το δύσκολο...

‘Δύσκολα’...

Πολύ δύσκολα καρδιά μου. Φταις; Μπορεί. Σίγουρα... Αλλά; Ακόμη ένα πότο. Ακόμη ένα τσιγάρο. Ακόμη ένα τραγούδι. Ακόμη μια ζωή; Όχι. Αυτή είναι μια. Μια και μοναδική. Δυστυχώς; Ευτυχώς; Δεν ξέρω. Δεν έχω απαντήσεις. Καμία. Καμία και για κανέναν. ‘Τη ζωή την φοβηθήκαμε’ όντως... Ο φόβος παντού. Φωλιασμένος, λες και γεννήθηκε από μας. Για μας. Λες και γεννήθηκε μαζί μας. Η παρακαταθήκη μας, αυτή... Φόβος τελικά; Λες; Μπορεί...

Το τραγούδι αίμα και καρδιά. Αρρώστια που δεν γίνεται καλά. Αναμονή. Για κάτι άλλο. Το άλλο; Άφαντο. Κρυμμένο. Δεν μας δόθηκε. Το ζητήσαμε. Το παλέψαμε. Μας ματώσαμε. Μας πονέσαμε. Και η χαρά; Που είναι η χαρά, ρε γαμώτη μου; Που είναι; Πουθενά. Μας έμεινε μόνο το ‘τρίπτυχο΄. Να το χαιρόμαστε, λοιπόν...

Στην υγειά του... κέρασμα του η ζωή μας. Κέρασμα στο ‘τρίπτυχο’.

Στην υγειά μας... άσπρο πάτο... να πεθάνουν οι εχθροί μας...
(αν και τελικά ‘πεθάναμε’ εμείς...)

Επειδή εγώ δεν έχω λόγια...

Μικρή υπαρξιακή παρένθεση

Ποιός είσαι λοιπόν,
πίσω απ' αυτό το πρόσωπο που η κάθε μέρα τ' αλλάζει,
ποιός είσαι
πίσω απ' τις πράξεις που κάνεις τη μέρα,
πίσω απ' τις πράξεις που συλλογίζεσαι τη νύχτα...

Αρίθμητα πρόσωπα μέσα σου,
καθένα ζητάει να υπάρξει σκοτώνοντας το άλλο -
ποιό είναι το αληθινό;
Ποιό είναι αυτό το πρόσωπο που κανείς καθρέφτης
δεν μπορεί να σου το δώσει;

(απόσπασμα...)
Τάσος Λειβαδίτης
"Ποιήματα (1958-1964)"

Τετάρτη, Οκτώβριος 25, 2006

Στο κόκκινο...

Το κοντέρ βγάζει φωτιές. Όπως και το μυαλό της. Ο δρόμος άδειος. Δικός της. Πάντα φοβισμένη και υπεύθυνη 'οδηγός'. Πάντα σύμφωνα με τους κώδικες η συμπεριφορά της. Πάντα. Ξεκινάμε με πράσινο, σταματάμε στο κόκκινο. Τώρα όμως όλα άλλαξαν. Η διάθεση της πάνω από όλα. Η οπτική της. Για αυτό και σήμερα διάλεξε αυτόν τον επαρχιακό δρόμο, οπότε ο κίνδυνος να ήταν μόνο για αυτήν. Για κανέναν άλλο. Ήθελε να γκαζώσει. Να σπάσει τις ταχύτητες. Να τις καρφώσει με τόση δύναμη, ώστε να της πονέσουν τα δάκτυλα. Ήθελε να τα τιμωρήσει αυτά τα δάκτυλα. Την είχαν προδώσει τόσες φορές, με αυτά που κατά καιρούς είχαν γράψει. Λέξεις, μαύρα γράμματα πάνω σε λευκό χαρτί. Και τώρα το μαύρο της αυτοκίνητο πάνω στις άσπρες γραμμές του δρόμου. Ομοιότητα; Ίσως. Σύμπτωση; Όχι. Αυτή πάντως έτσι το έβλεπε...

Άνοιξε το παράθυρο. Αν και έκανε κρύο δεν την ένοιαζε. Δεν κρύωνε. ‘Πως είναι δυνατόν να κρυώσει ο πάγος;’ σκέφτηκε και πάτησε το γκάζι. Χανόταν στις στροφές. Άλλες τις έπαιρνε κλειστά. Άλλες ανοιχτά. Το κοντέρ δεν προλάβαινε να αλλάζει νούμερα. Αυξομείωνε την ταχύτητα συνέχεια για να αισθάνεται την πίεση στο στομάχι της. Στο μυαλό της. Έτσι ήθελε να διώξει την άλλη ‘πίεση’ που αισθανόταν. Αλλά εκείνη δυστυχώς ήταν στην ψυχή της. ‘Δεν πειράζει’ μονολόγησε. Έτσι έκανε τον τελευταίο καιρό. Απαντούσε στις ερωτήσεις της, φωναχτά. Σιωπηλή η ερώτηση, φωναχτή η απάντηση. Μέσα της η ερώτηση, έξω της η απάντηση. Ήθελε να ξορκίσει τον πόνο; Ποιος ξέρει. Ίσως...

Ποτέ δεν της άρεσε η ταχύτητα. Και τώρα έτρεχε. Το είχε αποφασίσει από νωρίς. Όταν θα σχολάσει, θα τρέξει. Και το έκανε. Μπήκε βιαστικά στο αμάξι, το ξεπάρκαρε νευρικά και ακολουθώντας τα σήματα, πήρε τον πρώτο επαρχιακό δρόμο που βρέθηκε μπροστά της. Δεν ήξερε που πήγαινε. Απλά ήθελε να τρέξει. Να ξεπεράσει τον φόβο της. Να πονέσει τα δάκτυλα της. Να κοκαλώσει το πόδι της στο γκάζι. Να τρέξει. Να προσπεράσει το μυαλό της. Να προσπεράσει τον πόνο της. Έτσι πίστευε ότι θα λυτρωθεί. Έτσι νόμιζε, ότι όταν γυρίσει στην κανονική και ασφαλή ταχύτητα, θα έχουν φύγει όλα από μέσα της. Θα έχει νικήσει. Θα έχει ζήσει τον φόβο της, στο κόκκινο...


[αν ήξερα να οδηγάω πάντως, το ίδιο θα έκανα...]

Φύλακας άγγελος...

Ο φύλακας άγγελος μας θεωρείται ότι είναι η πνευματική εικόνα των καλών και αληθινών στοιχείων που έχουμε...

Αυτό τον κάνει έντονα προσωπικό και εντελώς δικό μας άγγελο.

Σύμφωνα με αυτό, ο φύλακας άγγελος είναι εγγύτερα ή μακρύτερα από μας, ανάλογα με το πόσο κοντά ή μακριά βρισκόμαστε εμείς από την αληθινή φύση μας...

Δ. Αρεοπαγίτης

[Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης ήταν δικαστής του Αρείου Πάγου, ο οποίος άλλαξε την πίστη του και έγινε Χριστιανός, από το κήρυγμα του Απόστολου Παύλου και στη συνέχεια έγινε επίσκοπος της Αθήνας.
Στην Αθήνα, υπάρχει μεγάλη εκκλησία στη μνήμη του, στο Κολωνάκι.]

Τρίτη, Οκτώβριος 24, 2006

Το δάκρυ είναι μια φωτιά

Το δάκρυ, όλοι το ξέρουν, είναι μια φωτιά
κι ο στεναγμός μια φωνή της πληγής μας.
Καλημέρα λοιπόν σε σας που δεν κλαίτε
κι έχετε τα μάτια ξεκούραστα.
'Oσο για μένα,
ξέρω τώρα πια τι είναι αυτός ο κόσμος...


Κρίτων Αθανασούλης [1916-1979]

Να με πιστέψει...

Την κοιτώ και μου δεν βγαίνει κουβέντα. Τι να της πω; Πώς να της το πω; Τι λόγια να βρω; Τι λέξεις; Είναι σκυφτή. Αμίλητη. Παγωμένη. Τρέχουν όλα γύρω της. Πέφτουν πάνω της. Περνούν από μέσα της και την πληγώνουν. Ακόμη και τα απλά, τα καθημερινά. Προσπαθεί. Φιλότιμα, προσπαθεί να μην δείξει τίποτα...

Αλλά ο άτιμος ο πόνος είναι φωλιασμένος στα μάτια της. Στο πρόσωπο της. Στην έκφραση της. Τα χέρια της, αμήχανα. Το μυαλό της, φεύγει. Φαίνεται στα μάτια της. Χάνεται συχνά, τον τελευταίο καιρό. Μένει με το βλέμμα καρφωμένο κάπου, και ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού της, κάνει την εμφάνιση του, δειλά. Το χέρι της, έχει μάθει πια την κίνηση. Το σκουπίζει, αμέσως. Το διώχνει. Αλλά αυτό επιμένει. Μόνιμος κάτοικος. Μιλάει για διάφορα. Προσπαθεί, τουλάχιστον. Θέλει να αποτοξινωθεί από όλα. Να τα σπρώξει με όση δύναμη έχει, μακριά της. Αλλά μάταιη, προσπάθεια...

Δεν ξέρω πάντως, τι με πονάει περισσότερο. Ο πόνος της ή η προσπάθεια της να διώξει τον πόνο της. Έγινε και δύσπιστη, πλέον. Δεν πιστεύει πια ούτε τον ίδιο της τον εαυτό. Δεν εμπιστεύεται την κρίση της. Τα λόγια της. Τα αισθήματα της...

Έτσι μένω και εγώ απλά να την κοιτώ. Αυτό το καταλαβαίνει. Και χαμογελάει, αχνά. Συγκαταβατικά. Ξέρει ότι είμαι εδώ και την περιμένω. Περιμένω εκείνο το βλέμμα της, για να καταλάβω ότι και πάλι θα μπορεί να με ακούσει. Να με ακούσει και να με πιστέψει...

Δευτέρα, Οκτώβριος 23, 2006

Κάποια άλλη...

Το βράδυ πέφτει, μαζί του και η διάθεση της. Σκέφτεται ότι η ένταση της ημέρας, θα απομακρυνθεί μετά το καυτό μπάνιο που ετοιμάζεται να κάνει και σίγουρα θα διαλυθεί τελείως, με την βουτιά της στην ζεστή γωνιά της, στον αγαπημένο της καναπέ...

Το νερό τρέχει πάνω της λυτρωτικά. Χτυπάει το τηλέφωνο. Επίμονα. Το ακούει στον τελευταίο χτύπο του. Οι ατμοί που ξεφεύγουν από το μπάνιο καθώς ανοίγει την πόρτα ξεχύνονται και νοτίζουν την ατμόσφαιρα. Δεν το προλαβαίνει όμως. Αναγνώριση; Όχι. Υπάρχει απόκρυψη...

‘Όποιος είναι θα ξαναπάρει’ σκέφτεται και γυρίζει στο μπάνιο.
‘Θα ξαναπάρει;’ αναρωτιέται.

Βγαίνει σε λίγο. Το νερό έχει πάρει από πάνω της, την κούραση και το άγχος. Κάνει πράξη την σκέψη που είχε, όσο το καυτό νερό έτρεχε πάνω της. Όταν βγει να ανάψει ένα από τα αγαπημένα της κεριά. Όχι πολλά όπως παλιά. Πλέον μόνο ένα. Πλέον, δεν ήθελε φως. Ήθελε σκιές...

Το ανάβει και πέφτει στα μαλακά μαξιλάρια του καναπέ. Ρίχνει τα μακριά φρεσκολουσμένα μαλλιά της πίσω. Την ενοχλούν αλλά δεν θέλει να τα ξανακόψει κοντά. ‘Καλύτερα μακριά, κρύβουν και τις ρυτίδες...’ σκέφτεται και ανάβει ένα τσιγάρο. Ο καφές που είχε φτιάξει μπορεί να ήταν πλέον κρύος, αλλά δεν την πειράζει...

Η ησυχία μαζί με το σκοτάδι της νύχτας, πιάνουν κουβεντούλα μες το κεφάλι της. Σκέφτεται την μέρα της. Τι έκανε. Τι δεν έκανε. Τι ξέχασε. Τι πρέπει να θυμηθεί αύριο. Το τσιγάρο της τελείωσε. Το ίδιο και ο καφές. Σηκώνεται και νιώθει ξαφνικά ένα ψυχρό αεράκι να την χαϊδεύει.

‘Μα τι στο καλό; Τι χαζή που είμαι, δεν άναψα το καλοριφέρ για να ζεσταθώ’ μονολογεί...

Την στιγμή που πάει όμως να το κάνει, χτυπάει το τηλέφωνο. Απόκρυψη. Και πάλι...
Αστραπιαία σκέφτεται να μην το σηκώσει. Αλλά λιποψυχεί.
‘Κι αν είναι αυτός;’ σκέφτεται.
Έτσι το σηκώνει...

‘Καλησπέρα, σίγουρα είστε η κα Π... Αναγνώρισα την φωνή σας, αμέσως...’ ακούγεται από την άλλη πλευρά του ακουστικού.
‘Λάθος κάνετε’ λέει με σταθερή φωνή ‘Λάθος, καμία σχέση, καμία, εγώ είμαι απλά...κάποια άλλη...’ και το κλείνει.

Κάποια άλλη...

Δεν θα μιλάω για μένα, πια...

Όσο δεν έχω άλλες σκέψεις. Όσο δεν έχω άλλο κουράγιο. Όσο δεν έχω άλλη δύναμη. Δεν έχω τίποτα, πια. Κούρασα και κουράστηκα. Αυτό το βλέπω. Αυτό το νιώθω. Αυτό το εισπράττω. Κουράζει ο πόνος. Το δάκρυ. Φουσκώνει την καρδιά και τα μάτια. Τα κάνει και ξεσπάνε. Και σπάνε...

Δεν έχω άλλα λόγια. Άλλες λέξεις. Άλλες περιγραφές. Εγώ. Σταματάει το μυαλό μου, εκεί. Εδώ. Δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει και παραπέρα... Υπάρχει; Μπορεί και ναι. Μπορεί και όχι...

Αλλά εγώ τώρα θέλω απλά να σταθώ, εδώ. Εδώ. Εγώ. Χωρίς λέξεις. Χωρίς ήχο. Να νιώσω ακίνητη. Να αφήσω τα πάντα να με προσπεράσουν. Να περάσουν. Να ηρεμήσουν τα πάντα. Να μειωθεί η ένταση. Να παγώσει η στιγμή...

Δεν ξέρω αν σκέφτομαι καθαρά. Δεν ξέρω αν σκέφτομαι καν. Όλα μπερδεμένα. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σε μια στιγμή. Εγώ σε μια στιγμή, στον χρόνο... Στην ζωή...

Δεν βγάζω πια νόημα από τίποτα. Δεν εμπιστεύομαι πλέον την σκέψη μου. Δεν εμπιστεύομαι τα συναισθήματα μου. Τις αισθήσεις μου. Άρα σταματώ εδώ. Εγώ...

Το επόμενο βήμα μου θα γίνει με την επόμενη σκέψη, την μετέπειτα. Δεν έμαθα να προχωράω χωρίς να με ακούω. Χωρίς να σκέφτομαι. Χωρίς να μιλάω.

Και αφού δεν μπορώ να σκέφτομαι... δεν θα μιλάω για μένα, πια...

Παρασκευή, Οκτώβριος 20, 2006

Καθρέπτης…

Τον κοιτώ και δεν τον αναγνωρίζω...
Μίκρυνε. Θάμπωσε. Έχασε την γυαλάδα του. Την φρεσκάδα του. Θυμήθηκα που δεν τον έφτανα κάποτε. Δεν έφτανα να με δω. Ήμουν παιδί. Ήμουν; Δεν θυμάμαι...

Πρέπει να ήμουν κάποτε για να μην τον φτάνω. Θυμήθηκα που βιαστικά πάντα περνούσα από μπροστά του. Δεν είχα χρόνο. Βιαζόμουν. Έριχνα μια γρήγορη ματιά και τον άφηνα μόνο του. Ξεμπέρδευα μαζί του. Δεν με ενδιέφερε. Έτρεχα να ζήσω. Να νιώσω. Να μεγαλώσω. Και μεγάλωσα. Αυτός εκεί. Ακίνητος. Αμετακίνητος. Στεκόμουν όμως πλέον λίγο περισσότερο. Να φτιάξω τα μαλλιά μου. Να μάθω να βάφομαι. Να μην μουτζουρώνομαι. Τα έμαθα. Μπροστά του. Με την βοήθεια του. Όποτε τον κοιτούσα, τα μάτια μου γυάλιζαν. Του έλεγα και τα μυστικά μου, μερικές φορές. Και αυτός ήταν εκεί και πάντα με άκουγε και πάντα περίμενε να περάσω. Να σταθώ. Κάποια στιγμή έφυγα. Με έχασε. Αλλά δε με ξέχασε...

Πόση ώρα κάθομαι μπροστά του;’ αναρωτιέμαι ‘Πόση ώρα; Πόσα χρόνια πέρασαν; Πόσα; Πως; Γιατί;’ με ρωτάω. Η μορφή μου άλλαξε. Μεγάλωσε. Γέρασε. Πέρασε πολλά. Είδε ακόμη περισσότερα. Αλλά και στον καθρέπτη παρατηρώ αλλαγές, μικρές ρωγμές από την υγρασία υπάρχουν πλέον πάνω του. Έχει θαμπώσει. Με κοιτώ. Όλο και πιο πολύ. Και βρίσκω ότι του μοιάζω. Με βλέπω. Καθρεπτίζω την ζωή μου. Εμένα. Τα μάτια μου δεν γυαλίζουν όμως, πια. Τα μυστικά τους δεν φαίνονται αλλά ούτε και λέγονται πλέον, στον παλιό καθρέπτη... Αυτός όμως ήταν εκεί, ακόμη. Με περίμενε. Με έχασε. Αλλά δεν με ξέχασε...

Λες να τον αλλάξω;’ σκέφτομαι αλλά αμέσως μου απαντάω,
Καλύτερα να αλλάξω εμένα, εγώ φαίνομαι μέσα του και όχι αυτός μέσα μου...

Σκυφτή κλείνω το φως και μένει πάλι μόνος του...
Είμαι σίγουρη όμως ότι θα με περιμένει...
Όπως τότε... όπως πάντα...

Δολοφονία οργανωμένη ~ Τάσος Λειβαδίτης

Μια δειλή πράξη σου, σε κάνει να πεθαίνεις μέσα στους άλλους, με μια συγγνώμη αργοπορημένη, πεθαίνουν οι άλλοι μέσα σου.
Λίγη περισσότερη σιωπή μπορεί να σκοτώσει το ίδιο αλάνθαστα, όπως και μια λέξη.
Μια κίνηση αδιαφορίας, ένα βλέμμα επίμονο, το κουδούνι που δε χτύπησε, το γράμμα που ήρθε, κάνουν το ίδιο καλά τη δουλειά τους οπως ένα μαχαίρι ή λίγο υδροκυάνιο.
Κάθε μέρα, όλες τις νύχτες, 24 ολάκερες ώρες ο φόβος σκοτώνει, η απροδιοριστία σκοτώνει, τ' όνειρο σκοτώνει, η πράξη σκοτώνει...

(απόσπασμα...)

Πέμπτη, Οκτώβριος 19, 2006

Παράλληλη ζωή...

Με βλέπω...

Στέκομαι απλά στο παράθυρο και χαζεύω τον δρόμο. Κλείνω την κουρτίνα και γυρίζω να ρίξω μια τελευταία ματιά στον χώρο. Ο χώρος. Μετράω τις διαστάσεις του. Το ρολόι στον τοίχο μου θυμίζει τι ώρα είναι. Ώρα να φύγω. Να δώσω εντολή στα πόδια μου. Να πάρω βαθιά αναπνοή και να το κάνω και αυτό. Αναπνοή. Πόσες αναπνοές θα μου χρειαστούν άραγε για να το πετύχω;

Δεν έμαθα να φεύγω αλλά τώρα ήταν η μόνη λύση. Αναρωτήθηκα πολλές φορές γιατί να πρέπει να βρω λύση σε ένα πρόβλημα, που ποτέ μου δεν θα ήθελα να το λύσω. Να το ξέρω, καν. Μάταιο. Απάντηση δεν βρήκα. Και βρήκα την λύση. Να φύγω. Να μετατοπιστώ. Να πάω σε άλλη παράλληλο. Γιατί παράλληλος θα είναι. Σίγουρα...

Δεν άλλαξα. Απλά έσπασα. Χίλια κομμάτια. Μικρά και παντού σκορπισμένα στον χώρο. Στον χώρο μου. Στα υφάσματα μου. Στα έπιπλα μου. Στην μυρωδιά μου. Στην γαλήνη μου. Χάθηκε η γαλήνη. Τρόμαξε και αυτή από τον θόρυβο που έκανα σπάζοντας. Και έφυγε. Αυτή πρώτη. Με άφησε. Με τον πρώτο θόρυβο, με άφησε. Με κοίταξε βουβή και χάθηκε. Ίσως την βρω ξανά. Ίσως...

Οι ήχοι στον χώρο υπόκωφοι. Σιωπηλοί. Ήρεμοι. Ίσως να τους ηρεμεί που φεύγω. Οι φωνές μου ίσως τους προκαλούσαν πονοκέφαλο τώρα τελευταία. Μπορεί...

Τα χέρια μου κρύα. Το ίδιο και η καρδιά μου. Το ίδιο και τα μάτια μου. Κρύωσαν από την παγωνιά. Κρύωσαν από τα δάκρυα. Δάκρυα. Με προστάτευσαν πολλές φορές. Ήταν η λύση μου. Αλλά ήταν παροδική. Αυτά ακόμη δεν έφυγαν. Έμειναν. Ζουν από εμένα. Με συντροφεύουν. Παρέα καλή. Αλλά λίγο παγερή. Ιδίως όταν κυλάν στα ζεστά μου μάγουλα. Αυτά καίνε. Πάντα. Ακόμη. Με ανατριχιάζει η αίσθηση. Κρύο να κυλά πάνω στο ζεστό. Το αποδέχτηκα και αυτό. Όπως όλα. Όπως πάντα...

Κλείνω τα μάτια. Σταματώ έτσι για λίγο τα δάκρυα. Τα βλέπω όλα. Όχι γρήγορα. Σιγά σιγά. Βασανιστικά αργά. Το στέρνο μου φουσκώνει. Χρειάζομαι όσο περισσότερο αέρα μπορώ να πάρω, για να μπορέσω να βγάλω αυτό το ‘αχ...’ από μέσα μου. Το πετυχαίνω. Σπάει την σιωπή...

Λοιπόν, η απόφαση πάρθηκε, λέχθηκε και έγινε αποδεκτή. Χτυπάω ολόκληρη. Θάρρος. Η πόρτα ανοίγει...

Τελικά πονάνε και αυτοί που φεύγουν αλλά και αυτοί που μένουν πίσω και κοιτάν την πόρτα πλέον κλειστή...

Έμεινα εκεί αλλά δεν με βλέπω πια...


(Κείμενο αφιερωμένο σε σένα. Σε σένα που μου ζήτησες να σου πω, πως νιώθω για ότι περνάς...)

Ολόγραμμα...

Δεν είμαι ολόγραμμα...
Κατανοητό;

Είμαι εγώ. Είμαι εδώ. Υπάρχω.
Με βλέπετε. Με νιώθετε. Με αγγίζετε...
Μιλάω. Φωνάζω. Κλαίω. Γελάω. Πονάω. Χαίρομαι.
Πέφτω. Σηκώνομαι. Αναπνέω. Ζω...
Δεν είμαι είδωλο.
Είμαι άνθρωπος. Ύλη και ενέργεια. Πληροφορία. Όπως και εσείς. Όπως όλοι.
Μην προσπαθείτε λοιπόν να μειώσετε την αξία των αντιδράσεων μου σαν να μην υπάρχω...
Μην προσπαθείτε να μην δράσετε...
Μα τι λέω;
Μάταιη προσπάθεια...
Εντάξει λοιπόν, γκρεμίστε τον τρισδιάστατο κόσμο μου...
Κάντε τον επίπεδο. Ολόγραμμα. Απεικόνιση. Εντροπία. Κωδικοποίηση.

Να σας πω όμως κάτι; Εγώ πάλι θα υπάρχω. Μέσα μου θα υπάρχω, όσο με αντιλαμβάνομαι, θα υπάρχω. Θα δράω και θα αντιδράω...

Δεν είμαι ολόγραμμα...
Κατανοητό;

Τετάρτη, Οκτώβριος 18, 2006

Παράξενη ζωή...

Όλα αντίστροφα. Όλα ανάποδα. Το τέλος στην αρχή και η αρχή στο τέλος. Το μυαλό συνέχεια να προσπαθεί να βρει μια άκρη. Να πιαστεί. Να προχωρήσει. Όλα μου τα έδωσες παράξενα...

Την καρδιά μου να χτυπά αργά στα δύσκολα και γρήγορα στα απλά και ήρεμα γεγονότα της ζωής. Τα μάτια να ανοίγουν για να βλέπουν τα άσχημα και να κλείνουν για να μην δουν τα όμορφα. Ακόμη και οι ήχοι αντίθετοι. Όταν εγώ άκουγα αυτοί σώπαιναν, όταν αυτοί ήταν εκκωφαντικοί εγώ εμένα στην σιωπή...

Προσπαθούσα πάντα για το σωστό, το ταιριαστό. Δεν ήθελα πολλά. Ποτέ. Από κανέναν. Ούτε από εμένα. Δεν μου ζήτησα. Δεν ζήτησα από κανένα...

Δεν θέλω πολλά. Δεν θέλω λίγα. Θέλω ότι μου αξίζει. Στο ακέραιο, όμως...

Ακούς παράξενη ζωή; Με ακούς;

Είσαι αντίθετη. Στραβή. Παράδοξη. Αντίξοη. Όμως ξέρω ότι είσαι και γλυκιά. Όμορφη. Ζεστή. Χάδι. Φιλί. Αγάπη. Πάρε μου το δάκρυ. Πάρε μου τον πόνο. Άσε με να σε ζήσω. Δεν θα σου ζητήσω τίποτα. Το ξέρεις...

Γιατί δεν μου έδωσες τα απλά; Γιατί μου έδωσες τα παράξενα; Γιατί; Τι έφταιξα; Γιατί και για ποιον πλήρωσα; Πίστευα ότι μου έδινες αλλά τελικά μου έπαιρνες...

Παράξενα. Αντίθετα. Παράδοξα. Και εγώ πάλευα. Για όλα αυτά. Τα έβλεπα ιδανικά. Μου έδινες περισσότερα. Έπαιζες; Μπορεί. Νίκησες; Ναι. Ποιο όμως το όφελος σου; Ποιο το κέρδος σου; Γιατί όλα αυτά; Γιατί να είσαι τόσο παράξενη, μαζί μου; Αντίστροφη; Ανάποδη; Γιατί;

Γιατί να μην σε καταλάβω πιο νωρίς; Γιατί; Γιατί τελικά με είχες και πάλευα συνέχεια. Πάλεψα πολύ για σένα. Πάλεψα πολύ με σένα. Δεν μπορώ άλλο. Με μπέρδεψες. Με νίκησες. Με αποτελείωσες...

Άσε με ήσυχη και δώσε μου πίσω ότι μου στέρησες. Τα χρόνια μου. Την ζωή που μου δόθηκε δώρο από τον Θεό, την ανάσα την ήρεμη, τον χτύπο τον ήσυχο, τον ήχο τον γλυκό, το βλέμμα τα καθάριο, ακούς;

Με ακούς παράξενη ζωή;
Πες μου, με ακούς;

Τρίτη, Οκτώβριος 17, 2006

Συμβουλή ή συμβολή;

Δεν είμαι άνθρωπος που δέχομαι άνετα και τα δυο. Είμαι εγωίστρια; Σε πρώτη ανάγνωση, ναι. Δεν δέχομαι την γνώμη του άλλου ή την παρεμβολή του άλλου στην ζωή μου. Δεν λέω, είμαι λάθος. Ενίοτε. Ανάλογα στο ποιος είναι απέναντι μου, μάλλον. Ή καλύτερα στο πως τον βλέπω εγώ...

Ψυχανάλυση μου κάνω, μην δώσετε και πολύ σημασία. Το ψυχολογικό μου προφίλ θέλω να φτιάξω. Να με δω. Να με καταλάβω.
Λοιπόν...

Η συμβουλή είναι επικίνδυνο παιχνίδι. Την δίνεις και δεν ξέρεις το αποτέλεσμα της. Την δίνεις χωρίς να ξέρεις τα πάντα. Άρα; Την καλύτερη συμβουλή μπορείς να στην δώσεις, μόνο εσύ. Εσύ που ξέρεις. Που ζεις το γεγονός. Ο άλλος δεν ξέρει. Δεν μπορεί να ξέρει.
Άρα; Πάσα συμβουλή, μη δεκτή.

Πάμε τώρα στην συμβολή. Να συμβάλω, αλλά πως; Πώς να μπω στο ‘πετσί’ του άλλου; Πώς να ξέρω; Πώς να ζήσω την ζωή του; Πως; Άρα; Μόνο ο ίδιος μπορείς να συμβάλεις στην ζωή σου. Στο μυαλό σου.
Άρα; Πάσα συμβολή, μη δεκτή.

Αντικοινωνική; Μπορεί. Καμένη; Σίγουρα. Παράξενη; Γιατί όχι;
Μου αρέσουν τελικά οι ‘αρνητικοί’ χαρακτηρισμοί που μου δίνω.
Καλύτερα να ξέρω εγώ εμένα, παρά οι άλλοι...

Μην με προσπερνάς...

Μην το κάνεις. Μη...
Δεν μου αξίζει. Με πονάει. Σε πονάει.
Είσαι δική μου, το ξέχασες;
Μείνε εδώ. Μείνε μαζί μου. Είσαι ό,τι έχω και δεν έχω...
Για σένα όλα.
Από σένα ξεκινάνε όλα.
Θυμάσαι; Πες μου ότι θυμάσαι...
Πες μου ότι χτυπάς, ακόμη...
Άσε με να σε αγγίξω. Να σε νιώσω και πάλι.
Να σου δώσω πνοή. Όσο μπορώ. Όσο μπορώ...
Δεν υπάρχω χωρίς εσένα. Δεν είμαι τίποτα χωρίς εσένα.
Μην ‘χάνεσαι’. Μην απομακρύνεσαι.
Όχι πάλι. Όχι ξανά. Όχι.
Παράλογο; Θα στο κάνω λογικό...

Θα τα φτιάξω όλα και πάλι για σένα. Θα στα κάνω ήρεμα. Γαλήνια. Απαλά και ζεστά. Όπως τα θες...
Μην με αφήνεις.
Μη...
Μου αξίζεις. Σου αξίζω.
Σε παρακαλώ, μην με προσπερνάς καρδιά μου...

Μη...
Χτύπα για μένα και πάλι. Νιώσε για μένα και πάλι. Ζήσε για μένα, ξανά.
Σε χρειάζομαι...
Μην με προσπερνάς...
Μη...

Δευτέρα, Οκτώβριος 16, 2006

Τι αξίζει;

Πείτε μου, τι αξίζει τελικά; Τι;
Ποιο είναι το σωστό; Ποιο είναι το λάθος;
Πόσο πρέπει να τα πληρώσεις και τα δυο για να σε αφήσουν ήσυχη;
Ε; Πόσο;
Να πληρώσω. Να δώσω. Να σωπάσω. Να υπομείνω.
Να σκύψω. Να πονέσω. Να κλάψω.
Αλλά πείτε μου πόσο.
Δώστε μου τον ‘εκτιμώμενο’ χρόνο. Για τόσο...
Δεν μπορώ τον αόριστο. Δεν μπορώ.
Πως πρέπει να το πω; πως ρε γαμώτη μου;
Πείτε μου. Τι αξίζει; Τι;
Τα όρια μου με προσπέρασαν. Η σιωπή μου ουρλιάζει.
Η υπομονή μου πλέον με κοροϊδεύει και αυτή. Μου γελάει ειρωνικά.
Τι αξίζει; Τι;
Τα ίχνη μου βαριά...
Η ζωή μου...
Θεέ μου, η ζωή μου...
Τι αξίζει; Τι;

Φθινοπωρινός ήλιος...

Ζεστός. Όμορφος. Γλυκός...
Σου κλείνει τα μάτια. Σε ταξιδεύει. Σε προστατεύει από την ψύχρα...
Σου ανοίγει την διάθεση. Σε χαλαρώνει...
Σε φωτίζει μέσα στο γκρίζο, στο μουντό της χθεσινής βροχής...
Σου μαγνητίζει το βλέμμα...
Σε χαϊδεύει απαλά. Σε κερδίζει...
Σε κάνει δικό του...

Σάββατο, Οκτώβριος 14, 2006

Γρήγορες ματιές...

Κλεφτές. Στις άσπρες σελίδες. Γράμματα. Λέξεις. Κείμενο. Δικό μου. Το βρήκα κάπου, ψάχνοντας για κάτι άλλο, όπως συνήθως. Ημερολόγιο παλιό. Σκέψεις ξεχασμένες. Λεπτομέρειες. Καθημερινές. Ζωή. Παλμός. Ψυχή. Ματιές διαφορετικές. Ξαπλωμένη τώρα και διαβάζοντας το, βλέπω τις εικόνες που βγαίνουν από μέσα του και απορώ. Απορώ με μένα...

Θυμάμαι τα γεγονότα, θυμάμαι τα αισθήματα που μου δημιούργησαν. Αισθήματα δυνατά ώστε να θέλω να τα γράψω για να ξεθυμάνουν. Να αποσυμπιεστούν. Να βγουν από μέσα μου και να ξεχυθούν στο μελάνι, στο χαρτί. Να γίνουν κείμενο. Η σκέψη μου να πάρει μορφή. Να γίνει περίγραμμα του κάθε γεγονότος. Το πολύπλοκο να γίνει λίγο πιο ξεκάθαρο. Εφικτό; Μου αρκούσε. Τότε... Όπως και τώρα...

Τελικά όσο γράφεις, σε δελεάζει. Γράφεις όλο και περισσότερο. Όλο και πιο πολλά. Μερικές φορές όταν τα βλέπω γραμμένα απορώ και εγώ η ίδια από την πολυπλοκότητα με την οποία περιέγραφα και περιγράφω ακόμη ένα απλό γεγονός. Τελικά πάντα σκεφτόμουν πολύπλοκα. Ή τουλάχιστον έτσι το βλέπω εγώ. Σκεφτόμουν ιδιόμορφα. Σκέφτομαι πολυδιάστατα...

Πάντα βγαίνω από ‘έξω’ και βλέπω ένα γεγονός που με ταλανίζει. Με έχει βοηθήσει πολλές φορές. Αλλά με έχει μπερδέψει και άλλες τόσες. Δεν ξέρω... Οι σελίδες φεύγουν. Γρήγορα. Κοφτά. Κάθε αύριο και χθες. Και οι ματιές μου γρήγορες. Κόφτες. Κλεφτές. Ένας χρόνος ζωής, 365 μέρες σε γρήγορη κίνηση...

Τα μάτια μου βάραιναν. Το σώμα μου εξαντλήθηκε. Το μυαλό μου κουράστηκε...

‘Κουράστηκα να τις διαβάσω, φαντάσου πόσο κουράστηκα για να τις ζήσω κιόλας’ σκέφτηκα και αποκοιμήθηκα...


[paint by Migdalia Arellano]

Παρασκευή, Οκτώβριος 13, 2006

Χορός αισθήσεων...

Μουσική. Υγρασία. Χορός. Πάθος...
Το απόλυτο ταγκό...

[paint by Plamen Temelkov]

Πέμπτη, Οκτώβριος 12, 2006

Η παρουσία της αγάπης...

Βασιλική. Άνθρωπος ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλους. Καρδιά και ψυχή όπως τόσες. Τίποτα το αξιοσημείωτο. Το αξιοζήλευτο. Το αξιοπρόσεχτο. Μέτρια. Ή καλύτερα σκέτη όπως ο καφές που πίνει. Όπως τα λόγια που λέει. Όπως οι σκέψεις που κάνει. Πάντοτε νόμιζε ότι προοριζόταν για κάτι το διαφορετικό. Το μεγάλο. Ότι είχε κάτι. Το ‘κάτι’. Μια ζέστα. Μια ανατολή στα μάτια. Τελικά είχε πάντα μια δύση στην καρδιά...

Από μικρή ατίθαση. Για να έχει την προσοχή στην αρχή. Την αγάπη. Της έλειπε πάντα η αγάπη. Ή μάλλον καλύτερα η παρουσία της αγάπης. Γιατί αγάπη είχε. Από την μητέρα της. Απόλυτη. Μοναδική. Τουλάχιστον για την ίδια. Έπαιρνε. Έπαιρνε. Όλη την γλύκα της μανούλας. Όλα τα φιλιά της. Όλες τις αγκαλιές της. Μόνο αυτή. Μοναχοκόρη. Μοναχοπαίδι...

Στο σχολείο ήταν το αγαπημένο παιδί των δασκάλων. ‘Πανέξυπνη αλλά ατίθαση...’ η πρόταση που είχε γίνει σλόγκαν για ‘κείνη από τους δάσκαλους. Και η μαμά σαν απάντηση είχε πάντα ένα χάδι. Αλλά η μαμά έλειπε. Δούλευε. Και η απουσία πονούσε. Ακόμη πονάει. Πάντα η απουσία την ενοχλούσε. Πάντα. Αλλά μεγαλώνοντας κατάλαβε. Έτσι έπρεπε...

Ήταν πρόσχαρο παιδί. Ήταν ο αρχηγός στην παρέα της, η οποία φυσικά ήταν πάντα με αγόρια. Μόνο μαζί τους αισθανόταν καλά. Με τα κορίτσια φούντωνε. Τρελαινόταν. 'Μανινα... Κατερίνα... τι διαβάζουν Θεέ μου...' μονολογούσε. ‘Μα πως ήταν δυνατόν να μην τους αρέσει η μπάλα; Το μπάσκετ; Οι βόλτες με το σκειτμπορντ;’ φώναζε συνέχεια. Εντάξει μερικές φορές είχε και κανένα σκισμένο γόνατο αλλά ήταν ‘αναμνηστικά από τον πόλεμο’, όπως συνήθιζε να λέει. Έτσι μεγάλωσε η Βασιλική. Στις αλάνες να παίζει μπάλα. Με κοντά παντελονάκια. Με σκισμένα γόνατα...

Καλό παιδί. ‘Παλικάρι’ την έλεγε η μάνα της. Το ‘παλικάρι’ μεγάλωσε. Δεν το πολυκατάλαβε όμως. Στο Λύκειο έκανε επιλογές. Λάθος. Νόμιζε ότι θα φυσούσε άλλος αέρας στην ζωή της. Και συνέχισε να είναι ατίθαση. Δεν πέρασε πουθενά. Οι καθηγητές της απαρηγόρητοι. Αλλά η Βασιλική στην κοσμοθεωρία της, σταθερή και αμετακίνητη. Πάντα όταν επέλεγε κάτι, δεν ‘πα να χτυπιόταν όλοι; Αυτή εκεί. Βρε δε ‘πα να ήταν λάθος; Εκεί. Μουλάρι. Πείσμα...

Και έτσι η μόνη επιλογή ήταν πλέον η δουλειά. Και τι δεν έκανε. Περνούσε κουρτινόξυλα. Δούλεψε σε τζαμάδικο. Ως πωλήτρια. Και κατέληξε να είναι απλή υπάλληλος γραφείου. Ποτέ της δεν παραπονέθηκε για την δουλειά. Απλά για την συμπεριφορά...

Τα ενδιαφέροντα της πολλά. Ποικίλα. Διάφορα. Όλα όμως έρχονταν και παρέρχονταν. Η κριτική που ασκούσε βλέπετε στον εαυτό της, δεν ήταν και η καλύτερη. Πάντα είχε το ειρωνικό σχόλιο έτοιμο. Καυστικό. Πέραν του δέοντος σαρκαστικό. Έκανε όμως πράγματα. Τουλάχιστον προσπαθούσε. Έμαθε υπολογιστές. Χειρισμό. Προγραμματισμό. Διάβασε. Όχι λογοτεχνία, φυσικά. Όχι. Φυσική. Χημεία. Αστρονομία. Αστροφυσική. Πράγματα άγνωστα. Έξω από τα συνηθισμένα. Πήρε, αν έχει τον Θεό της δηλαδή όλα τα βιβλία του Οργανισμού από Γ’ Γυμνάσιου μέχρι και όλο το Λύκειο και τα ξαναδιάβασε. Μόνη της. Χωρίς βοήθεια. Για να καταλάβει τι εστί ‘στοιχειώδες σωματίδιο’ διάβασε το κεφάλαιο 75 φορές, παρακαλώ... αλλά το κατάλαβε. Μουλάρι, είπαμε. Πείσμα...

Στην ζωή της τα πράγματα της ήρθαν στραβά. Στραβά μέσα στην απόλυτη αγάπη. Της ήρθε πόνος και δάκρυ. Εκεί να δείτε πείσμα. Έτρωγε μια, παρ’ την κάτω, χτυπιόταν, έκλαιγε και ξανά πάνω η Βασιλική. Πολλές φορές. Για πολλές καταστάσεις. Με πολλούς τρόπους. Για πολλές αιτίες. Και όλα μαζί. Διαδοχικά. Μην τυχόν και πάρει ανάσα...

Αχ... ρε Βασιλική, καλό παιδί δεν λέω, αλλά δεν το κοιτάς και λίγο αλλιώς το θέμα; Έχεις διαβάσει τόσα. Έχεις δει τόσα. Έχεις περάσει τόσα. Και λες και είσαι ακόμη στις αλάνες. Που πας καλή μου με κοντά παντελονάκια; Ε; Θα σκίζονται συνέχεια τα γόνατα σου. Θα πονάς. Καλό το πείσμα δεν λέω. Κινητήριος δύναμη. Αλλά μην αντιστέκεσαι και πάντα στο ‘κύμα’, αφού κουράστηκες... δεν το βλέπεις; Δεν αντέχεις το παραμικρό πλέον. Τσικ ακούς και πετάγεσαι. Ηρέμησε. Ό,τι ήταν να σε κυνηγήσει, σε κυνήγησε. Ό,τι ήταν να παλέψεις το πάλεψες. Τώρα σωστά; Λάθος; Θα μας πει το κοινό. Εσύ τουλάχιστον έκανες ότι μπορούσες. Έκανες ότι ήξερες να κάνεις. Και όλα τα έκανες με καλή πρόθεση. Δεν πείραξες ποτέ κανέναν. Βοήθησες όποιον περνούσε από το χέρι σου. Τι μας λες τώρα; Εδώ σε απολύσαν για αυτόν τον λόγο. Το ξέρω. Το ξέρω. Δεν μπορούσες να πεις να απολύσουν την άλλη κοπέλα. Και έτσι απέλυσαν εσένα. Τόσο ‘φρούτο’ ήσουν. Και δεν άλλαξες, ανάθεμα σε. Έπαθες τόσα και δεν έμαθες. Πείσμα. Μουλάρι...

Αλλά να σου πω κάτι; Για μένα είσαι παλικάρι. Όπως σε φωνάζει η μάνα σου. Παλικάρι. Η ίδια ψυχή. Η ίδια καρδιά. Το ίδιο παιδί. Εκείνο το παιδί που πάντα ήθελε την παρουσία της αγάπης...

Τετάρτη, Οκτώβριος 11, 2006

Δεν έχω άλλο χρόνο...

Για κανέναν. Για τίποτα. Δεν θέλω να ακούω. Δεν θέλω να βλέπω. Δεν θέλω να νιώθω. Δεν θέλω να αισθάνομαι. Όλοι σας πάντα, κάνετε κάτι την στιγμή που πρέπει ομολογώ, για να με απογοητεύσετε. Δεν λέω το ίδιο και ίσως και χειρότερο μπορεί να έχω κάνει και εγώ. Ίσως εγώ πρώτη σας απογοητεύω και απλά είναι θέμα δράσης – αντίδρασης.

Απογοητεύω, απογοητεύομαι. Έτσι απλά...

Αλλά ο δικός μου χρόνος στέρεψε. Το δικό μου μυαλό χάνεται. Το χάνω και αυτό ξέρετε ότι δεν το μπορώ. Ποτέ μου δεν μπορούσα να αισθάνομαι ότι δεν έχω την κυριαρχία του μυαλού μου. Των αισθημάτων μου, ναι. Της θέλησης μου, ναι. Της πίστης μου, ναι. Του μυαλού μου, όχι. Είναι κάτι που το φοβάμαι. Δεν θέλω να νιώθω άμυαλη... Δεν μπορώ.

Είναι θέμα αντίδρασης; Ή δράσης; Πείτε μου καθαρά, φταις. Φταις εκεί και εκεί και εκεί. Φωνάξτε μου ‘Με απογοήτευσες...’. Φτιάξτε μου μια τεράστια λίστα με τα μειονεκτήματα μου σαν άνθρωπος. Έχω πολλά, δεν λέω...

Αλλά έχω και προτερήματα, γαμώτη μου. Έχω. Μην μου τα πατάτε. Μην μου τα μειώνετε. Μην το κάνετε με την πρώτη ευκαιρία που σας δίνεται. Είναι μικρό. Πολύ μικρό. Και φυσικά δεν είναι αντάξιο ούτε για την δική σας προσωπικότητα αλλά ούτε και για τον δικό μου χαρακτήρα.

Τι θέλετε; Να με κάνετε να αισθανθώ ‘μικρή’; Αδύναμη; Ναι, λοιπόν είμαι και τα δυο. Και πολλά περισσότερα. Είμαι δειλή, αδύναμη, άτολμη, είμαι ‘λίγη’... αλλά είμαι εγώ. Εγώ. Το θυμάστε όλοι σας αυτό; Εγώ...

Αυτή που ήταν πάντα εκεί και ας κατουριόταν από τον φόβο της. Αυτή που προσπαθούσε να είναι δίπλα σας. Ό,τι κι αν συνέβαινε. Κι ας μην το ήθελε. Κι ας μην το μπορούσε. Κι ας μην το άντεχε. Ήταν εκεί. Σας απογοήτευσε; Που; Πως; Γιατί; Αναρωτηθήκατε; Και γιατί το έκανε; Αναγκάστηκε, μήπως; Έσπασε; Ποιος σας είπε ότι είμαι ‘ήρωας’; Ότι είμαι υπεράνθρωπος;

Δεν σας αφορά; Δεν σας νοιάζει; Καλά. Δεκτό. Αλλά μην μου πείτε ότι πρέπει να είναι και αποδεκτό. Δεν μπορώ. Δεν έχω άλλο χρόνο. Πρέπει να με σώσω. Σας το είπα. Σας απογοήτευσα; Και μένα. Αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι παραπάνω. Έφτασα στα όρια μου σαν άνθρωπος...

Προσπάθησα όσο και όπως μπορούσα. Για τον καθένα σας ξεχωριστά. Έβαζα στην άκρη εμένα και έβλεπα εσάς. Έπαιρνα το πρόβλημα σας, το έκανα δικό μου και το συζητούσαμε. Ξανά και ξανά. Θεέ μου. Ξανά και ξανά. Εγώ για σας. Εγώ ένιωθα τον πόνο σας...

Όσο λοιπόν μπορούσα ήμουν εκεί. Το έκανα ή όχι; Πείτε μου; Σκόρπισα τον χρόνο μου και το μυαλό μου. Και τώρα δεν έχω για μένα. Όλα για σας.

Έτσι ναι, και βέβαια σας απογοήτευσα. Σας έμαθα να είμαι εκεί. Να έχω χρόνο μόνο, για σας. Μόνο που δυστυχώς δεν έχω άλλο χρόνο... δεν έχω...

Γράφω για μένα...

Γράφω για να διαβάζω τι σκέφτομαι. Να το κρίνω. Να με κρίνω. Κριτική... Δεν με άφησα ποτέ χωρίς κριτική. Και μάλιστα σκληρή. Πολύ σκληρή. Φαίνεται άλλωστε. Ούτε μια φορά δεν χάιδεψα τον εαυτό μου. Ούτε μια. Κρίνω πάντα σκληρά ο,τιδήποτε λέω ή σκέφτομαι ή πράττω. Χωρίς αναστολές. Χωρίς ‘παραθυράκια’. Ανελέητα. Με κυνηγάω. Πάντα το έκανα. Μου έκοψα ίσως και τα φτερά σε πολλές των περιπτώσεων. Από μικρή. Ήθελα καθαρά πράγματα. Πράξεις μόνο από τα δικά μου χέρια. Σκέψεις μόνο από το δικό μου μυαλό.
Εγωίστρια; Μπορεί. Αυτάρκης; Μπορεί. Δεν ήθελα να είμαι βάρος στην σκέψη και στην ζωή, κανενός. Το μισούσα να αισθάνομαι έτσι...

Πιστεύω ότι πάντα είτε άθελα είτε ηθελημένα έκανα επιλογές με βάση αυτό το κριτήριο. Ξεκίνησα ζωγραφική. Δεν άντεξα την κριτική μου. Έπρεπε να πάω φροντιστήριο στο Λύκειο. Δεν πήγα. Έπρεπε να δώσω ξανά Πανελλαδικές αφού μόνο για 50 μόρια δεν πέρασα στην μοναδική παρακαλώ, Σχολή που δήλωσα με την πρώτη φορά. Δεν έδωσα. Δούλεψα σκληρά. Σε πολλές δουλειές. Απολύθηκα και παραιτήθηκα για πολλές αιτίες. Πάντα ηθικής πλευράς. Αγάπησα και πάλεψα με νύχια και με δόντια για αυτήν την αγάπη. Έζησα καταστάσεις που ούτε καν μπορούσα να τις φανταστώ, Πόνεσα. Έκλαψα. Γέλασα. ‘Κολύμπησα’ στα βαθιά, και δεν ήξερα κολύμπι. Στο πρόσωπο μου δύσκολα αφήνω να φανούν όλα αυτά. Αν και είναι ‘καθρέπτης’ έμαθα να τα κρύβω. Να πονάν μόνο εμένα. Να αφήνω μόνο το χαμόγελο και το γέλιο να βγαίνει προς τα έξω...

Μόνη μου έκλαιγα. Μόνη μου, μαζί σου. Μόνη μου τα έλεγα. Μόνη μου, μαζί σου. Ήσουν εκεί, πάντα. Δεν έφτιαχνα προτάσεις. Έλεγα τις σκέψεις μου σαν να μιλούσα μόνη μου. Δεν φτιασίδωνα τίποτα για να στο πω. Όλα από ψυχής...

Αυτό κάνω και τώρα. Απλά τώρα τα γράφω. Και κάποιοι τα διαβάζουν. Και κάποιοι τα σχολιάζουν. Τα σχόλια σας είναι σκέψεις πάνω σε αυτό που διαβάσατε. Αν το διαβάσατε. Μερικές φορές είναι από διαίσθηση. Μερικές είναι για να πείτε απλά ένα ‘είμαι εδώ, πέρασα’. Όπως και στον ‘έξω’ κόσμο. Δεν σχολιάζουμε πάντα ό,τι ακούμε. Δεν μιλάμε σε όλους. Δεν μας αγγίζουν όλοι. Δεν λέμε ό,τι αισθανόμαστε σε όλους. Έτσι και εδώ. Είστε λίγοι αυτοί που μου ‘μιλάτε’ αλλά νιώθω ότι μου ‘μιλάτε’ από καρδιάς και σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ θερμά αλλά να με συμπαθάτε, δεν γράφω για σας. Γράφω για μένα. Αφήνω τις σκέψεις μου να ξεχυθούν στο χαρτί. Να γίνουν νόημα. Κείμενο. Και μου αρέσει αυτό. Πάντα μου άρεσε να γράφω. Ξέρετε δεν πίστευα ότι μπορώ. Ότι έχω αυτό το κάτι. Το ‘άγγιγμα’ που νιώθω όταν εγώ διαβάζω κάποιον... Φυσικά δεν έχω το ‘άγγιγμα’ αλλά έχω την άνεση να γράφω ότι νιώθω. Πάντα επί προσωπικού, Επίσης δεν γράφω για να το διαβάσει ο ένας ή ο άλλος που τυχαίνει και με γνωρίζει ίσως και από κοντά για να με καταλάβει καλύτερα. Αν ήταν αυτός ο τρόπος για να με καταλάβουν οι κοντινοί μου, χάθηκα...

Γράφω για μένα, λοιπόν. Δεν ξέρω για πόσο. Για όσο. Για όσο μου βγαίνουν λέξεις. Για όσο σκέφτομαι και αξιολογώντας την σκέψη μου την κρίνω ενδιαφέρουσα. Για όσο νιώθω. Για όσο είναι ζωντανός ο λόγος μου. Για όσο είναι ζωντανά τα γραπτά μου. Για όσο έχουν ‘χτύπο’. Για όσο βλέπω μέσα τους, εμένα. Για όσο μπορώ να με αντιλαμβάνομαι...

Δώστε ότι τίτλο θέλετε...

Σκεφτείτε ότι θέλετε. Πείτε ότι θέλετε. Θα με πονέσει δεν λέω, αλλά θα κάτσω να το ακούσω. Θα σταθώ στα λόγια σας. Θα προσπαθήσω να κατανοήσω γιατί και πως τα λέτε. Ναι. Θα το κάνω. Γιατί; Έτσι έμαθα. Έτσι μου έμαθα. Έτσι μόνο αισθάνομαι ‘καθαρή’ απέναντι μου και απέναντι σας. Και είναι σημαντικό για μένα να αισθάνομαι ‘καθαρή’. Πολύ σημαντικό...
Έτσι έφτασα μέχρι εδώ. Έτσι θα προχωρήσω από δω και πέρα.

Δεν άλλαξα. Δεν μετουσιώθηκα ξαφνικά σε κάτι άλλο. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό και το γνωρίζετε καλά... όσοι με γνωρίζετε.

Αλήθεια πόσοι να είστε άραγε; Πόσοι από εσάς αν σας ζητούσαν να πείτε τι ‘είμαι’ θα μπορούσατε να πείτε κάτι; Και τι θα σας ερχόταν πρώτο στο μυαλό;
Ευσεβείς πόθοι, άστο καλύτερα...

Οι άνθρωποι δεν μιλάνε πια. Δεν αισθάνονται, θα έλεγα, καλύτερα. Δεν θέλουν; Δεν μπορούν; Δεν προλαβαίνουν; Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να επεξεργαστώ την συγκεκριμένη πληροφορία όσο κι αν προσπαθώ.

Γιατί; Γιατί; Γιατί δεν μιλάμε; Γιατί δεν ‘στεκόμαστε’; Και όχι σε έναν τυχαίο. Όχι. Στον άνθρωπο μας, ας πούμε. Τον ακούμε; Τον νιώθουμε; Τον καταλαβαίνουμε; Και αν ναι, πως του το δείχνουμε; Όπως θέλουμε και μπορούμε; Ή όπως ξέρουμε ότι έτσι αυτός θα το καταλάβει; Γιατί δεν μπορεί να μην ξέρουμε το σκεπτικό του. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή να νοείται ο άλλος να είναι ο άνθρωπος σου, επί δεν ξέρω και ‘γω πόσα χρόνια και να μην ξέρεις τι αντιλαμβάνεται και πως...

Και άντε δεν μπορείς να κάνεις όλο αυτό το ίσως πολύπλοκο σκεπτικό, όπως εγώ τρομάρα μου...πως είναι δυνατόν να εξακολουθείς και να μην καταλαβαίνεις τι γίνεται, ακόμη κι αν ο άλλος έρθει και σου πει
‘αυτό που μου είπες ή έκανες δεν το κατάλαβα... ή κατάλαβα αυτό και αυτό... έτσι είναι; Αυτό ήθελες να μου πεις;’

Ο σκοπός σου ήταν να καταλάβει. Σωστά; Βλέπεις ότι δεν καταλαβαίνει. Σωστά; Και στο λέει. Στο λέει. Δεν καταλαβαίνω. Μου είπες ότι μου είπες αλλά εγώ δεν κατάλαβα. Και στο λέω...

Εσύ που σκοπός σου ήταν, να καταλάβω εγώ, εσύ που έκανες την προσπάθεια για να καταλάβω εγώ, γιατί όταν σου λέω ότι δεν κατάλαβα, με κοιτάς έτσι; Ε; Tι δεν είπα σωστά; Τι; Πάντα έχει σημασία ο άλλος να καταλάβει την προσπάθεια σου. Έστω κι αν δεν έχει πλέον σημασία, όπως λες. Μπορεί για σένα να είναι έτσι. Για τον άλλον όμως μπορεί να έχει και μάλιστα μεγάλη. Γιατί θέλει να καταλάβει την προσπάθεια σου. Να την κρατήσει φυλακτό. Να την κάνει κερί στην Παναγία...

Πάντα μιλούσα. Αυτό δεν θα μου αμφισβητήσει κανείς. Κανείς. Κανένας σας.
Μπορεί να μην σας αρέσουν τα λεγόμενα μου αλλά εγώ λέω αυτό που αισθάνομαι όπως το αισθάνομαι. Και πάντα το έκανα αυτό. Και τότε σας άρεσε. Γιατί ξαφνικά ενοχλεί; Γιατί; Δεν άλλαξα. Ο ίδιος άνθρωπος είμαι. Δεν μπορώ να αλλάξω και πολύ και το γνωρίζετε.

Τι διαφορετικό έχω από πριν; Ε; Tι; Το έχετε σκεφτεί; Τι;
Ότι άλλαξαν τα δεδομένα; Ναι. Ότι άλλαξε το ρου ορισμένων καταστάσεων; Ναι. Εσείς δεν αλλάξατε; Δεν αλλάζετε, γενικά; Δεν προσαρμόζεστε; Δεν είναι δυνατόν. Αφού ζείτε, το κάνετε.

Και αφού ιδίως, σταθήκατε με επιτυχία απέναντι σε δύσκολες ομολογουμένως καταστάσεις, ξέρετε και το πώς και το γιατί.

Μαζί δεν ήμασταν; Μαζί; Ήσασταν μόνοι; Ε; Τότε το σκεπτικό μου, τα λόγια μου ήταν σωστά; Και τώρα δεν είναι;

Με ξέρετε, αγαπητοί μου. Με ξέρετε, πολύ καλά. Και το καταλαβαίνετε κάθε φορά που βλέπετε ότι με πληγώνετε. Γιατί εγώ το δείχνω. Δεν με πειράζει να δείχνω μπροστά σας αδύναμη και πληγωμένη. Δεν με πειράζει καθόλου. Εφόσον λοιπόν έχετε την δύναμη να με πληγώνετε πως είναι δυνατόν να έχω αλλάξει;

Μας πληγώνει ο άλλος όταν μας αφορά η σχέση μαζί του... σωστά τα θυμάμαι;

Και κάτι τελευταίο.

Όλα έχουν αρχή και τέλος. Ακόμη και εμείς οι ίδιοι. Αυτό που μένει είναι η αξία, η εκτίμηση και ο σεβασμός που δείξαμε σε ό,τι αισθανθήκαμε. Αυτό είμαστε τελικά. Ό,τι νιώθουμε. Ό,τι αγαπάμε. Ποτέ μου δεν θα ‘πατήσω’ ό,τι αισθάνθηκα. Ποτέ μου δεν θα το ‘χαμηλώσω’ για να το φτάσω. Γιατί τότε θα είναι σαν να ‘πατάω’ εμένα. Την ψυχή μου. Την καρδιά μου. Την ζωή μου...

Δώστε λοιπόν ότι τίτλο θέλετε...

Τρίτη, Οκτώβριος 10, 2006

Περίοδος προσαρμογής

Πρέπει να σταματήσω να γράφω έτσι...
γιατί έτσι, μόνο σχόλια λύπησης αρμόζουν στα γραπτά μου…
Και πώς να γράφω, αφού μόνο έτσι μου βγαίνει;
Να μην γράφω καθόλου; Καλύτερα, ε;
Για ποιον; Για μένα; Για σένα; Για τους άλλους;
Εντάξει λοιπόν θα σταματήσω...

Η κίνηση αυτή ονομάζεται ‘περίοδος προσαρμογής’ και δόθηκε εντολή ‘ιατρού’ για αυτό.
Για πόσο; Για όσο...
Σωστά ‘γιατρέ’;

Θα επιστρέψω λοιπόν, χαρούμενη και απροβλημάτιστη. Χωρίς δάκρυα. Χωρίς πόνο. Χωρίς λύπη. Γιατί; Γιατί ο ασθενής θα έχει γιατρευτεί πλήρως, στην περίοδο προσαρμογής του...

Δευτέρα, Οκτώβριος 09, 2006

Βροχή...

Κλάμα του Θεού; Μπορεί...
Είναι παντού. Μέσα. Έξω.
Γύρω μου. Πάνω μου.
Δάκρυα. Βροχή. Μαζί. Χωριστά.
Άλλοτε σιγανά. Άλλοτε δυνατά. Σίγουρα όμως, κατακλυσμιαία. Παντού...
Αγγίζουν τα πάντα.
Εμένα...
Νιώθω ότι είμαι από χαρτί...
Χαρτί...
Μολύβι και χαρτί.
Βρέχεται και αυτό...
Και πώς να γράψεις σε ένα μικρό βρεγμένο χαρτάκι;
Ε; πως;

Παρασκευή, Οκτώβριος 06, 2006

Μονός

Όταν είσαι ένας, δεν είσαι Μόνος.
Eίσαι Μισός.
Η μοναξιά σου είναι κομμένη στα δύο.
Μισή για σένα και μισή για τον απόντα.
Είσαι μισός όταν δεν είναι δίπλα σου ο άλλος.
Είσαι μισός όταν κανείς δεν σού σκουπίζει τα δάκρυα.
Είσαι μισός όταν σ’ ακούει μόνο το χαρτί και το μολύβι ξεδιπλώνει τις σκέψεις σου.
Είσαι μισός όταν δεν σε γεμίζει η ζωή σου.
Μισοάδειος, όχι μισογεμάτος.
Είσαι μισός όταν μιλάς στον εαυτό σου και κανείς δεν σ’ ακούει.
Είσαι μισός όταν κομματιάζεις την καρδιά σου και δωρίζεις τα θρύψαλά της.
Είσαι μισός όταν ποθείς τ’ όνειρο που ξέρεις ότι θα παραμείνει όνειρο.
Είσαι μισός όταν ζεις μια φαντασίωση για τη φαντασίωση και όχι για τη δυνάμει πραγματοποίησή της.
Είσαι μισός όσο ψάχνεις.
Είσαι μισός όσο χρειάζεσαι κάποιον ή κάτι.
Είσαι μισός όταν εξαρτάσαι...

Και τότε το ολόκληρο φεγγάρι όχι μόνο δεν θα σε γεμίσει· θα αδειάσει ακόμα περισσότερο το κενό σου...

(Άραγε πιο μεγάλη θλίψη προκαλεί μια μοναχική Ανατολή ή μια ζευγαρωμένη Δύση;)

Μαριάννα Ν. Χρήστου

Πέμπτη, Οκτώβριος 05, 2006

Νιώθω μια κούραση βαριά...

Νιώθω μια κούραση βαριά
στο σώμα μου και στην καρδιά
και δε μου κάνει όρεξη
ούτε να κουβεντιάσω,
όλα τα έχω βαρεθεί,
θέλω να ξαποστάσω...

Κουράστηκα, τσακίστηκα
δε θέλω πια να ζήσω,
ας κοιμηθώ παντοτινά
να μην ξαναξυπνήσω...

Με κατατρέξανε πολλοί
και με ποτίσανε χολή,
τα πιο μεγάλα βάσανα
μου φόρτωσαν στον ώμο,
απελπισμένος σέρνομαι
μέσα στον ψεύτη κόσμο...

Είναι τα ντέρτια μου πολλά,
πικρό το δάκρυ μου κυλά,
έτσι που με κατάντησαν
τι άλλο πια να πάθω,
για πάντα θα ξεκουραστώ
μες στον υγρό μου τάφο...

Το τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης...
Μουσική του ιδίου, σε στίχους του Γιάννη Βασιλόπουλου...

Το φαινόμενο της πεταλούδας

Ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από την γνωστή θεώρηση της επιστήμης του Χάους που αναφέρει, ότι το χτύπημα των φτερών μιας πεταλούδας σε κάποιο μέρος της Γης μπορεί να προκαλέσει, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, μια μεγάλη καταιγίδα στην άλλη άκρη της.
Αυτό σημαίνει ότι μια ασήμαντη αιτία, μπορεί να προκαλέσει τεράστια αποτελέσματα.
Αυτό ήταν μια ανακάλυψη του μετεωρολόγου Edward Lorenz που αναζητούσε το 1963 ένα μαθηματικό μοντέλο μακροχρόνιων προβλέψεων των καιρικών φαινομένων. Κάτι που τελικά αποδεικνύεται αδύνατο, επειδή ο καιρός ως σύνολο είναι ένα χαοτικό σύστημα.
Σε αυτή την αναζήτηση οδήγησαν την επιστήμη δύο πράγματα, η περιέργεια του ανθρώπου για το άγνωστο και η ανάγκη του, να ελέγξει το περιβάλλον και το μέλλον του, να κυριαρχήσει δηλαδή στο απρόβλεπτο.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και ο πρωταγωνιστής της ταινίας, έχοντας ανακαλύψει την δυνατότητα επιστροφής του στο παρελθόν προσπαθεί να επιδράσει σε αυτό για να διορθώσει τα λάθη που είχαν γίνει.
Στην προσπάθειά του αυτή όμως ανακαλύπτει, ότι αλλάζοντας κάτι στο αρχικό μοντέλο αυτό λειτουργεί ως χιονοστιβάδα και αλλάζει ο,τιδήποτε υπήρχε γύρω από αυτό, δηλαδή η οποιαδήποτε μικρή αλλαγή που κάνει στον εαυτό του, επηρεάζει σε μέγιστο βαθμό, τους γύρω του. Έτσι όσο κι αν προσπαθεί, δεν καταφέρνει ποτέ να αγγίξει το τέλειο. Πάντα κάτι πάει στραβά, σαν να πρέπει κάποιος να πληρώνει ένα τίμημα...
Στο τέλος όμως θα κατανοήσει μέσα από τον πόνο, ότι η γνώση απαιτεί θυσία. Αν θέλει πραγματικά να γνωρίζει και να ελέγχει την ύπαρξη σαν να ήταν ένας μικρός Θεός, τότε θα πρέπει να θυσιάσει κάτι, την αγάπη της ζωής του ή ακόμα και την ίδια του την ύπαρξη...

Τετάρτη, Οκτώβριος 04, 2006

Γονικό χιούμορ...

Λοιπόν έχουμε και λέμε! Χιούμορ έχουμε όλοι. Καλά μέχρι εδώ; Καλά! Ωραία... Συνεχίζουμε. Το θέμα είναι, να είναι το χιούμορ μας ή κοινώς αποδεκτό ή τουλάχιστον κατανοητό από αυτούς που θέλουμε. Ε; Ναι...
Ε, λοιπόν το δικό μου δεν ξέρω σε ποια κατηγορία να το κατατάξω.
Είναι λίγο κάπως, αυτό ή εγώ; Δεν ξέρω. Το πρόβλημα μεγάλο. Και σας το παραθέτω...
Οι γονείς μου δεν το καταλαβαίνουν! Αποτέλεσμα; Να ερχόμαστε στο πιτς φυτίλι στα μαχαίρια. Και τους το έχω εξηγήσει. Δεν έχω κακή πρόθεση. Απλά σαρκάζω πέραν του δέοντος το σπλάχνο τους (μοναχοκόρη, τρομάρα μου...). Αυτοί τίποτα. Μην πω κακή κουβέντα για την κόρη τους...
Τι μας λέτε, καλέ; Ότι θέλω θα λέω και όπως θέλω. Σιγά μην στα 38 μου (Θεέ μου, σε λίγο θα λέω στα 40 μου;) δεν μπορώ να εκφέρω την γνώμη μου ή την άποψη μου τουλάχιστον.
Όχι λοιπόν... και να σας δω να χτυπιέστε κάτω ωσάν χταποδάκια, δεν το κάνω.
Αλλά να, που μου φέρνει προβλήματα! Μιλάω για μένα, το ακούν αυτοί και μπαίνουμε σε μια διαδικασία να εξηγήσω γιατί είπα το ένα και γιατί είπα το άλλο, τι εννοεί ο ‘ποιητής’ δηλάδη... και έτσι το χιούμορ παίρνει την μορφή διάλεξης...
Άστα βράστα δηλαδή...
Υπάρχουν φυσικά και άλλες φάσεις...
Ή καταλαβαίνουν και μου λένε τι χαριτωμένα που τα λέω, ή γελάνε χωρίς να έχουν καταλάβει γρι, ή την κάνουν διακριτικά ή την κάνουν αφού κάνουν και τον σταυρό τους για το κακό που τους βρήκε (το χιούμορ μου, ντε!!!)...
Δεν ξέρω τι να σκεφτώ, πια.
Λάθος αυτοί ή λάθος εγώ; Δεν ξέρω.
Χάσμα γενεών; Μπορεί.
Αλλά τόσο, πια; Τόσο;
Και είναι γλυκύτατοι (καλά καλά μην βαράτε... η μαμά μου πιο πολύ!!!).
Α, ρε μάνα... παίρνει εκείνο το βλέμμα απορίας, σουφρώνει και τα χείλια και αρχίζει... τι είναι αυτά που λες παιδάκι μου; εδώ μιλάμε σοβαρά! Τι σοβαρά ρε μάνα; Γίνεται να μιλάμε πάντα σοβαρά; Και αρχίζω να της παραθέτω, με επιχειρήματα παρακαλώ, λόγους που δεν μπορώ να δω σοβαρά το ένα θέμα ή το άλλο. Την τρελαίνω και την κάνει...
Ο μπαμπάς; Σχέση μίσους και τρέλας. Καυγάς στο dt. Και καυγάς τρικούβερτος, όχι αστεία. Για μια λέξη. Δια ασήμαντον αφορμήν, βεβαίως βεβαίως...
Εκεί το χιούμορ μου πάει περίπατο. Και μακρινό. Και σιγά μην γυρίσει για το βράδυ. Και ναι, έξω θα φάει και έξω θα κοιμηθεί.
Αμάν πια! Ένα χιούμορ το έχω! Αυτό είναι!
Κουτσό στραβό δικό μου είναι! Καλά;

Πάγος

Πάγος είναι η στερεά κατάσταση στην οποία μετατρέπεται το νερό, όταν βρεθεί σε θερμοκρασία 0 °C (273,15 K, 32 °F). Η πιο συνηθισμένη μορφή πάγου είναι ένα κρυσταλλικό στερεό, διαφανές ή ημιδιαφανές σε λευκή ή γαλαζωπή απόχρωση, ανάλογα με την περιεκτικότητά του σε άλλα στοιχεία (αέρας, άλατα, κλπ.). Ένα χαρακτηριστικό του πάγου είναι ότι έχει μικρότερη πυκνότητα σε σχέση με τη ρευστή του μορφή (νερό). Έτσι, ο πάγος επιπλέει στο νερό, φαινόμενο που είναι πολύ σημαντικό για την περιβαλλοντική ισορροπία στη Γη...

...και όχι μόνο θα έλεγα!!
Ο πάγος που ‘επιπλέει’ είναι γενικά,
σημαντικό φαινόμενο σε κάθε ισορροπία
ή όχι;

Τρίτη, Οκτώβριος 03, 2006

Εφίζηση

Ιδιότητα που παρουσιάζουν κάποιες χημικές ουσίες να "δεσμεύουν" στην επιφάνειά τους κάποια άλλη ουσία. Για παράδειγμα στις μάσκες αερίων, οι δηλητηριώδεις ουσίες του αναπνέοντος αέρος δεσμεύονται, περνώντας από στρώμα άνθρακος...

Το διαμάντι αλλά και το φούμο...
άνθρακας είναι...
προσοχή! προσοχή!

Ύμνος στη Χαρά

O Ύμνος στη Χαρά (στα γερμανικά Ode an die Freude, γνωστός και σαν Ωδή στη Χαρά) είναι μια ωδή που γράφτηκε το 1785 από το Γερμανό ποιητή και ιστορικό Φρήντριχ Σίλερ, και έγινε ιδιαίτερα γνωστό όταν μελοποιήθηκε από τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ενταγμένο στο τέταρτο μέρος της Ενάτης συμφωνίας του, για τέσσερις σόλο φωνές, χορωδία και ορχήστρα σε ρε ελάσσονα. Λιγότερο γνωστές μελοποιήσεις είναι αυτή του Φραντς Σούμπερτ (για φωνή και πιάνο του 1815) και του Τσαϊκόφσκι (για σόλο φωνές, χορωδία και ορχήστρα και στίχους στα ρωσικά, του 1865).
Άσχετο; Tελείως;
Σωστά... Άσχετο...
και τι κατάλαβα με τα σχετικά;
Ε;

Δευτέρα, Οκτώβριος 02, 2006

Αναδρομή μυαλού...

Μυαλό. Τι σου είναι το άτιμο!
Πως ‘φεύγει’. Πάει όπου θέλει.
Θυμάται...
Ξαναβλέπει. Ξαναζεί.
Το δικό μου τελευταία όλο τέτοια μου κάνει.
Πάει στα παλιά. Στα προ 20τιας.
‘Τώρα πρόσφατα δηλαδή’ σκέφτομαι και γελάω.
Είκοσι χρόνια. Διαδρομή σαν μια μέρα.
Έτσι είναι στο μυαλό μου.
Έτσι είναι στην καρδιά μου.
Μια μέρα.
Όμορφο ξύπνημα.
Γλυκό πρωινό.
Δύσκολο μεσημέρι.
Πονεμένο απόγευμα.
Μοναχικό βράδυ.
Μια μέρα... όλη σε ένα μυαλό, σε μια αναδρομή...

Λουλουδάκια και πεταλουδίτσες…

Ωραίο θέμα. Αποδεκτό. Αναγνώσιμο. Εύπεπτο. Ορισμένο. Τοποθετημένο σε πλαίσια. Πριν και μετά δεν υπάρχει. Χαρά. Γέλιο. Ευεξία. Ικανή για τέτοια θέματα μόνο, λοιπόν. Για τέτοια; Ναι, για τέτοια. Κεφάτα λόγια. Απροβλημάτιστα...

Λοιπόν, πάμε να δούμε τι θα πούμε για τα λουλουδάκια πρώτα. Όμορφα. Πολύχρωμα. Μυρωδιαστά. Πέταλα και σέπαλα σε πλήρη αρμονία. Χαρά οφθαλμών. Χρώματα και αρώματα.
Κήποι γεμάτοι με λουλουδάκια και πεταλουδίτσες παντού.
Έλξη. Μεγαλείο. Ζωή. Θρόισμα. Πέταγμα. Αέρας ο δεσμός τους. Αιώνιος και αέναος. Δικός τους. Πολυχρωμία σε όλο της το ανθρώπινο ορατό φάσμα.
Το λουλουδάκι σταθερό, η πεταλουδίτσα περαστική και περίεργη. Όμορφο ζευγάρι. Το λουλουδάκι σκύβει ντροπαλό για να δεχτεί την πεταλουδίτσα όσο πιο όμορφο και ήσυχο μπορεί.
Ταιριαστό. Υπάκουο. Δεκτικό.
Η πεταλουδίτσα απαλή με το λουλουδάκι. Γλυκιά. Δίνει το χάδι της στο λουλουδάκι. Όμορφες στιγμές. Ήρεμες. Απαλές...

Τελικά κοίτα να δεις που θα γίνει το αγαπημένο μου θέμα. Τόσο αναίμακτο. Τόσο απρόσωπο. Εύκολο να το σχολιάσεις. Εύκολο να το διαβάσεις. Εύκολο να το καταλάβεις...
Ε;

Αχνιστός καφές επειγόντως...

Μεγάλη κούπα. Γεμάτη. Ζεστή. Τα χέρια μου την αγκαλιάζουν. Παίρνουν την θερμοκρασία της. Τα μάτια μου μισόκλειστα. Η μυρωδιά του καφέ παντού στο δωμάτιο.
Ησυχία...
Πρωινός καφές. Καίει την γλώσσα. Ξυπνάει τις αισθήσεις. Ξυπνάει εμένα. Για ακόμη μια μέρα. Για ακόμη ένα πρωινό. Απαραίτητος σύντροφος, ένα τσιγάρο. Το μυαλό ακόμη θολό. Νυσταγμένο. Κάθε γουλιά και ένα μικρό ξύπνημα.
Ηρεμία...
Κοιτάζω τον καφέ. Σκούρος. Βαθύς. Καθρέπτης.
Αφέντης και δούλος μαζί...
Φάρμακο.
‘Φαρμάκι έτσι σκέτο όπως τον πίνω, πια’ λέω και χαμογελάω.
‘Εσύ δεν πίνεις καφέ, τρως μπακλαβά με τόσες κουταλιές ζάχαρη που βάζεις...’ μου έλεγες.
4 παρακαλώ, τώρα πια σκέτος. Πικρός. Χωρίς καμία πρόσμιξη. Ούτε ζάχαρη. Ούτε γάλα. Τίποτα. Νερό και καφές. Μεγάλωσα.
‘Αντέχω την πίκρα’ μου λέω και σηκώνομαι.
Αντέχω...
‘Αμάν πια, πάλι τα ίδια;’ με ρωτώ.
‘Αστα, πια. Τι σχέση έχει το καφεδάκι που πίνεις με όλα αυτά; Ε; Πως μπορεί το μυαλό σου και τα συνδέει όλα, δεν μπορώ να το καταλάβω...’ μου φωνάζω.
Με μαλώνω.
‘Καφέ πίνεις, για όνομα του Θεού. Έλεος. Πάλι τα ίδια; Πάλι;’

Κυριακή, Οκτώβριος 01, 2006

Λόγια κουρασμένα...

Κουράζονται οι λέξεις; Τα γράμματα;
Κουράζονται όταν διαλέγονται, για να σχηματίζουν νοήματα και να περιγράφουν τα ανθρώπινα συναισθήματα και καταστάσεις;
Και να έχουν έτσι, ένα καθημερινό πάρε δώσε μεταξύ των ανθρώπων;
Πως νιώθουν άραγε;
Πως νιώθουν όταν γίνονται αντιληπτές;
Πως νιώθουν όταν πέφτουν κάτω και τις ποδοπατάνε;
Πως νιώθουν;
Πως αισθάνονται;
Κουράζονται;
Αγανακτούν;
Τρελαίνονται;
Θυμώνουν;
Αγαπούν;
Μισούν;
Όταν τις λένε σαν να τις φτύνουν, στα μούτρα του άλλου;
Όταν τις λένε και δεν μπορούν να αποδώσουν, το μεγαλείο του συναισθήματος που καλούνται να περιγράψουν;
Πάντως εγώ αν ήμουν λέξη θα ήμουν πολύ κουρασμένη από όλα αυτά. Από την παραποίηση. Την ‘μικρότητα’. Την περιφρόνηση...
Περιφρονούμε τον λόγο, την ομιλία, αλλά για σκεφτείτε το...
είναι τα μόνα που μας ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα είδη που ζουν στον πλανήτη Γη...

Η περιφραστική πέτρα

Μίλα.
Πες κάτι, οτιδήποτε.
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά
με την αοριστία.

Πες:
"άδικα",
"δέντρο",
"γυμνό".
Πες:
"θα δούμε",
"αστάθμητο",
"βάρος".

Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.

Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
Πες "κύμα", που δεν στέκεται.

Κική Δημουλά