Σάββατο, Δεκέμβριος 30, 2006

O Γλάρος Iωνάθαν ~ Ρίτσαρντ Μπάχ

Ο Γλάρος Ιωνάθαν μιλά και τον ακούν όλοι όσοι λατρεύουν την Ελευθερία... όσοι προχωρούν με πέταγμα όταν ξέρουν πως έχουν δίκιο... όσοι χαίρονται να κάνουν κάτι καλά, ακόμη κι αν είναι μόνο για τον εαυτό τους... όσοι ξέρουν πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα στον κόσμο εκτός απ' αυτά που φαίνονται...

Όλοι αυτοί θα πετούν για πάντα μαζί με τον γλάρο Ιωνάθαν. Άλλοι πάλι, θα ξεφύγουν για λίγο σε μια υπέροχη περιπέτεια, γεμάτη ύψος κι ελευθερία. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, η ανάγνωση αυτού του βιβλίου είναι μια σπάνια εμπειρία...

Εύχομαι σε όλους μας Καλή Χρoνιά...
Καλά ‘πετάγματα’ να έχουμε...

Πέμπτη, Δεκέμβριος 28, 2006

12 μήνες blogging...

Απίστευτο; Και όμως αληθινό! Το λέει και το profile μου. December 2005. Ένα χρόνο πριν και τώρα ένα χρόνο μετά. Ξεκίνησα με το pozitronio μετά έφτιαξα το tech-maniac, καλά και τα δυο αλλά βουβά. Και εγώ ήθελα απεγνωσμένα να γράψω ‘εμένα’. Να γράψω και να δω τι αντίκτυπο έχουν αυτά που λέω, που σκέφτομαι όντας γραμμένα κάπου, τι αντίκτυπο έχω εγώ. Γιατί εδώ γράφω αυτά που σκέφτομαι, γι' αυτό να ‘στε σίγουροι. Δεν απέχω καθόλου. Δεν είμαι ‘άλλη’ εδώ. Είμαι εγώ. Εγωιστικό ίσως ακούγεται το γιατί, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινό. Και δεν ντρέπομαι καθόλου για αυτόν μου τον εγωισμό, για αυτήν μου την αλήθεια. Έτσι άρχισε να διαμορφώνεται η ‘γιαγιάκα’. Στην αρχή έβλεπα και έλεγα τα πράγματα μέσα από τα μάτια της. Η ‘γιαγιά’ σε πλήρη δράση και σε πλήρη αντίδραση, θα έλεγα. Μετά όμως άρχισαν τα δύσκολα. Δεν είχα περιθώρια και έτσι έμεινα μόνο εγώ. Κανένας άλλος. Μόνο εγώ. Η Βασιλική. Αυτή που ήμουν και θα είμαι πάντα. Όσο έγραφα, έβγαζα και όσο έβγαζα, πλημμύριζα. Ώσπου κόντεψα να πνιγώ. Το έσωσα. Με έσωσα. Πως; Δεν είναι του παρόντος. Και ούτε θα είναι ποτέ...

12 μήνες blogging, λοιπόν. Και τι δεν έγραψα. Και τι δεν είπα. Μοιραία σχολιάζομαι από εσάς. Δράση, αντίδραση. Ζωή κανονική με ρυθμούς. Άλλοι κατάλαβαν, άλλοι πάλι όχι. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι κατάλαβα εγώ. Κατάλαβα ότι ο τρόπος που μιλάω και άρα γράφω γίνεται αντιληπτός από αυτούς τουλάχιστον που αντιλαμβάνονται. Που θέλουν να αντιληφθούν. Που μπορούν; Έστω και αυτό. Που μπορούν. Το γνωρίζω ότι κούρασα πολλές φορές με τις μαύρες μου σκέψεις αλλά αυτές είχα (και έχω...) αυτές έγραφα και γράφω. Η διαδρομή μου, δύσκολη αυτόν τον χρόνο. Δύσκολα και τα γραπτά μου. Σκέφτηκα επίσης πολλές φορές να μην είναι και τόσο ‘επί προσωπικού’ τα ποστ μου, αλλά πιστέψτε με δεν μου έβγαινε τίποτα άλλο. Και μένα με απασχολεί η καθημερινότητα και μένα με ενοχλούν και με εκνευρίζουν πράγματα αλλά αυτό εδώ είναι το ‘ημερολόγιο’ μου και έτσι θα μείνει. Θα μου πείτε είναι σε κοινή θέα. Ναι, σε κοινή θέα όντως, νιώθω όμως ότι τα ευαίσθητα και πολύ προσωπικά μου δεδομένα ουδέποτε τα διέσυρα ούτε εδώ, ούτε πουθενά. Ναι, έβγαλα πίκρα, θυμό, μελαγχολία, αγάπη αλλά πάντα μέσα από αξιοπρεπή κείμενα. Μέσα από αξιοπρεπή λόγια και λέξεις. Δεν αδίκησα κανέναν και πάνω από όλα δεν αδίκησα εμένα και τα αισθήματα μου. Δεν αδίκησα την ζωή μου. Την προσωπικότητα μου.
Γιατί δεν την μπορώ την αδικία, δεν την μπορώ...

Και έτσι έφτασα σήμερα, μετά από 12 μήνες να έχω ‘καταθέσει’ εδώ 300 κείμενα μέσα από την καρδιά μου. Ένα, ένα αγαπημένα και όλα λατρεμένα. Δεν θα μπω στην διαδικασία ευχαριστιών σε όσους με διαβάζουν, γνωρίζω καλά ότι το κάνουν επειδή το θέλουν, επειδή κάτι τους αγγίζει, επειδή τους ευχαριστεί, επειδή απλά και μόνο τους αρέσει ο λόγος μου. Σέβομαι και εκτιμώ εμένα άρα και όλους εσάς που με τα λόγια σας κάνετε το ίδιο. Και σε αυτά τα δυο δεν χωράν ευχαριστίες, ε; Νιώθετε όλοι σας ότι εδώ είμαι εγώ. Το έχω ξαναπεί άλλωστε ότι πάνω από όλα γράφω για μένα. Γιατί γράφω εμένα. Γράφω γιατί μου αρέσει ο λόγος. Άδειασα πολλά στο χαρτί αυτόν τον χρόνο και εύχομαι απλά να μπορέσω να το συνεχίσω. Εύχομαι να μπορώ να συνεχίσω να γράφω. Να μιλάω. Να ακούω. Να βλέπω. Να ζω...

Τετάρτη, Δεκέμβριος 27, 2006

Λεπτού ζωή...

Κάθομαι σκεπτική. Απόκοσμη. Πίνοντας την ημέρα στο ποτήρι μου. Και η μέρα πικρή να κυλά μέσα μου παρασέρνοντας και την διάθεση μου. Γνώριμο σκηνικό. Τα λεπτά της να βασανίζουν τα αυτιά μου. Το χρώμα της να θολώνει τα μάτια μου. Να περνάει και με προσπερνάει. Ηττημένη να με αφήνει να σκέφτομαι. Ναι, αυτό μου το προσφέρει απλόχερα. Η μυρωδιά της να μου ανακατεύει τα σωθικά. Και το κεφάλι μου βαρύ να δίνει εντολές. Και οι ωμοί μου να στέκονται παράμερα και να την βλέπουν να τρέχει. Να ξεκινάει και να τελειώνει. Δική της επιθυμία, να εκπληρώνεται χωρίς εμένα πουθενά...

‘Εγώ ανύπαρκτη;’ ρωτώ βουβή...
‘Ανύπαρκτο είναι μόνο ό,τι δεν επιθυμήσαμε...’

Και ναι, δεν μ’ επιθύμησα τελικά. Δεν πρόλαβα. Ούτε καν επιθυμήθηκα για να αντιληφθώ την ανυπαρξία. Άρα ανύπαρκτη ζωή; Ανεπιθύμητος βιος; Αβίωτος; Όχι. Βίωσα την κάθε πτυχή του χρόνου. Κάθε του λεπτό, κάθε του στιγμή. Λεπτού ζωή. Μπορεί να ήταν διαφορετικά ίδια η κάθε μέρα και να μου πρόσθεσε ανεπιθύμητο χρόνο στην πλάτη και ‘Εμπειρία...’ θα το πουν πολλοί αλλά τελικά όμως εμένα μου φαίνεται ότι μου πρόσθεσε πιο πολύ ‘Αδικία...’

‘Αδικήθηκα...’ λέω και χειρονομώ…
‘Κάθε χειρονομία σου θα ‘ναι για να γκρεμίζει την αδικία... Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι...’ έγραψε ο Τάσος Λειβαδίτης θαρρείς για να με λυτρώσει...

Σκέψεις χαμένες λοιπόν μεταξύ ανυπαρξίας και επιθυμίας, μεταξύ αδικίας και δικαιοσύνης...
Σκέψεις στο λεπτό για ένα λεπτό...
Ζωή στιγμής ή μια στιγμή για μια ζωή;

Παρασκευή, Δεκέμβριος 22, 2006

Ευχή μέσα απ’ την καρδιά μου…

Γλυκές ευχές σε όλους.
Θα ήθελα να γινόταν να τις πω στον καθένα σας ξεχωριστά
αλλά είναι λίγο δύσκολο,
έτσι ότι πω είναι και για όλους σας αλλά και για τον καθένα σας...

Εύχομαι
υγεία και αγάπη
σιγουριά και πληρότητα
ηρεμία και γαλήνη
χαρά και γέλιο

Εύχομαι
να ‘στε όλοι καλά
να ‘στε όλοι εκεί που θέλετε
να ‘στε κοντά σε αυτούς που θέλετε

Κάθε επιθυμία σας, ολόψυχη ευχή μου

Καλά Χριστούγεννα σε όλους μας

Πέμπτη, Δεκέμβριος 21, 2006

Τι άλλο θέλω πλέον;

Εζήτησα ν’ αγαπήσω κι’ αγάπησα, τι άλλο θέλω πλέον; όλα όσα κάνω είναι αγιασμένα από την αγάπη μου, δεν είμαι καθόλου το αδύνατο πλάσμα που ζητά στήριγμα στην αγάπη σου, είμαι η ψυχή που υπομένει ανίκητη ένα μαρτύριο...

Μαρία Πολυδούρη ~ απόσπασμα από Το ημερολόγιο της...

Αυτογνωσία vs Αυτοεκτίμηση;

Αυτογνωσία είναι η εμπειρική γνώση και η συνειδητή πρόσβαση σε περιοχές της σκέψης, των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς μας. Είναι μια βιωματική διαδικασία για να γνωρίσουμε καλύτερα και βαθύτερα τον ‘πυρήνα’ του εαυτού μας, την πολυπλοκότητα του, τις αστείρευτες δυνάμεις και τις αφανείς αδυναμίες του. Ο δρόμος προς την αυτογνωσία προϋποθέτει την ανάγκη να στρέψουμε την προσοχή μας σε σκέψεις, συναισθήματα, κι επιθυμίες όπως αυτές αναδύονται μέσα από την καθημερινότητά μας.
Η όλο και μεγαλύτερη απόκτηση συνειδητότητας, η ικανότητα δηλαδή να γνωρίζουμε ανά πάσα στιγμή τι είναι αυτό που σκεφτόμαστε, αυτό που αισθανόμαστε, γιατί δρούμε μ’ αυτόν τον τρόπο κι όχι με τον άλλον, γιατί συμπαθούμε αυτό το άτομο ή όχι και γιατί προτιμάμε να κάνουμε αυτήν την επιλογή κι όχι την άλλη, κατακτιέται καθώς στρέφουμε με όλο και πιο ισχυρή πρόθεση την προσοχή μας στις πραγματικές ανάγκες που καθημερινά μας θυμίζει το σώμα μας ότι έχει, μέσα από την ευχαρίστηση ή την δυσαρέσκεια που βιώνει καθώς κάνουμε σημαντικές ή ασήμαντες επιλογές, μέσα από την αυτοεκτίμηση που διαθέτει...

Αυτοεκτίμηση είναι η εντύπωση που έχει κάθε άτομο για την αξία του. Η θετική αξιολόγηση του εαυτού μας, μας επιτρέπει να συμπεριφερόμαστε αποτελεσματικά, να έχουμε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας και να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες της ζωής. Αν αξιολογούμε αρνητικά τον εαυτό μας, οι σκοτούρες και τα αρνητικά συναισθήματα της καθημερινότητας επιτείνονται και μοιάζουν αξεπέραστα.
Παρά το γεγονός ότι είναι τόσο σημαντική για την ισορροπία του καθενός από μας, η πλειοψηφία δε διαθέτει αυτοεκτίμηση, δεν αισθάνεται και τόσο σίγουρη για τον εαυτό της. Η αυτοεκτίμηση βασίζεται σε τρία κύρια στοιχεία: την αγάπη για τον εαυτό μας, τη θετική εικόνα που σχηματίζει ο καθένας από μας για το άτομό του και την εμπιστοσύνη που έχουμε στις δυνατότητές μας άρα στην αυτογνωσία...

Είναι εμφανές ότι το ένα εμποδίζει το άλλο και διαμορφώνει σωστά δομημένο εαυτό. Συμπληρώνει και προσθέτει, δεν αντιμάχεται, δεν αφαιρεί...
Τουλάχιστον έτσι εγώ το έχω αντιληφθεί... κύριε αείποτε!


Ενδεικτική βιβλιογραφία
Συναισθηματική Νοημοσύνη, Daniel Goleman, Ελληνικά Γράμματα
Αυτογνωσία και αυτοδιαχείριση, Καλαντζή-Αζίζι Αναστασία, Ελληνικά Γράμματα

Τετάρτη, Δεκέμβριος 20, 2006

Όλο το φταίξιμο δικό μου, τελικά...

Και φταίω εγώ, ε;
-Ναι καλή μου εσύ. Βλέπεις καμία άλλη τριγύρω; Γιατί αν μου πεις ότι βλέπεις, τότε σίγουρα χρειάζεσαι γιατρό. Και πρόσεξε με, όχι οφθαλμίατρο! Γιατρό να σου πει τι ‘τρέχει’ με σένα. Τι έχει μέσα αυτό το ξανθό κεφαλάκι και κάνει την μια μαλακία πίσω από την άλλη. Ακούς εκεί! Εσύ φταις. Κατάλαβες ή να το επαναλάβω ξανά; Εσύ φταις...

Και γιατί να φταίω εγώ;
-Να το πάλι το παιδί! Ο θεός φυσικά να το κάνει παιδί σε τέτοια ηλικία, αλλά έτσι είναι η έκφραση, τι να κάνουμε; Και βέβαια φταις! Τι μάθαμε εμείς φέτος; Ε; Φταις! Φταις για όλα. Ακόμη και για το ότι η Γη γυρίζει! Και χωρίς αντιρρήσεις παρακαλώ γιατί φταις που φταις, μην με εκνευρίζεις κιόλας! Φταις ρε καλό μου. Τι να λέμε τώρα; Στα έχω πει τόσες φορές που μάλλιασε η γλώσσα μου. Πάλι τα ίδια; Δεν κατάλαβες τίποτες; Μα τίποτες; Τόσα χρόνια σου λέω τα ίδια και τα ίδια. Μα ντιπ κατά ντιπ αυτό το παιδί;

Και πως φταίω εγώ;
-Α! καλά εσύ χάνεις τελείως. Και ποιος θες να φταίει; Εγώ; Όχι! Και βέβαια όχι! Φταις εσύ και μόνο εσύ. Πως γίνεται αυτό; Με τον εγωισμό σου. Με την αναποδιά σου. Με τον εκνευρισμό σου. Με ότι ζεις και αναπνέεις θα ‘λεγα, αλλά είναι κομματάκι βαρύ και δεν το λέω. Με όλα αυτά φταις. Καλά; Άντε γιατί με κούρασες κιόλας!

Και για πόσο θα φταίω εγώ;
-Για όσο βρε κουτό! Τώρα που σε βρήκα, τι; Να σε χάσω; Θα φταις όσο με βολεύει. Όσο θέλω για να αισθάνομαι εγώ καλά! Για να έχουμε ένα φταίχτη ανάμεσα μας, βρε παιδί. ‘Να αισθανόμαστε εμείς καλά και όλοι οι άλλοι καλύτερα...’ που λέει και το παραμύθι. Και όσο για σένα; Δεκάρα δεν δίνω καλή μου... όπως έλεγε και ο Ρετ στην Σκαρλετ και αυτή βαλάντωνε στο κλάμα...

Ώστε φταίω, ε;
-Ναι και πάλι ναι. Τα ίδια θα λέμε; Θες να το γράψεις καμία διακοσαριά φορές για να το εμπεδώσεις; Ε; Πες μου; Θες; Βρε εγώ για το καλό σου, στο λέω. Αφού ξες πόσο σ’ αγαπάω. Δεν το ξες; Μα φαίνεται... Δεν φαίνεται; Σε λατρεύω βρε χαζό!

Ναι, φταίω τελικά! Το βλέπω καθαρά! Δίκιο έχεις. Φταίω! Αφού μου το λες εσύ που μ’ αγαπάς, έτσι θα είναι...
-Στο ‘πα, δεν στο ‘πα; Πες, πες στο τέλος ο άλλος σε πιστεύει ιδίως αν σε αγαπάει κιόλας...

Απόλυτος μονόλογος...

‘Είμαι απόλυτη;’ ‘Είσαι...’ μου απαντώ!
‘Γιατί;’ ρωτώ αφού με τρώει η απάντηση.
Γιατί σκέφτεσαι και αισθάνεσαι απόλυτα, ίσως; Ολοκληρωτικά. Δεν μπορείς τα μισά. Τα ενδιάμεσα. Δεν είσαι άνθρωπος των άκρων. Όχι με την έννοια που κυκλοφορεί, τουλάχιστον.

Είσαι απλά ακραίων αισθημάτων και συναισθημάτων...

Όταν γελάς σε ακούει όλο το οικοδομικό τετράγωνο. Και όταν φωνάζεις θυμωμένη το ίδιο. Όταν πονάς κανένας και τίποτα δεν μπορεί να απαλύνει τον πόνο σου. Βυθίζεσαι. Έτσι για να του δώσεις την αξία που πρέπει. Για να τον τιμήσεις...

Σέβεσαι ό,τι κι αν αισθάνεσαι...

Κλαις με λυγμούς και μετά σου απομένει ένα κενό και πρησμένα μάτια. Ζεις τα αισθήματα σου. Τρως με τα χέρια ότι θες να απολαύσεις. Προτιμάς την αίσθηση του νερού κατευθείαν στο στόμα. Ακούς δυνατά τραγούδια που δεν σου αρέσουν, για να τα καταλάβεις. Ακούς σιγά τα αγαπημένα σου. Οι δονήσεις του κάθε αισθήματος θέλεις να λειτουργούν στον μέγιστο βαθμό για να σου είναι αντιληπτές.
Δεν μπορείς να κάνεις δυο δουλειές συγχρόνως. Δεν μπορείς να σπας την σκέψη σου σε δυο κομμάτια. Θέλεις το όλον σε όλα. Όχι μισά. Όχι ενδιάμεσα. Όχι...

Μιλάς και τα λες όλα. Σωπαίνεις και είναι για πάντα...

Μισείς και αυτό δεν αλλάζει με τίποτα. Αγαπάς και αυτό δεν αλλάζει με τίποτα. Είσαι αδιάφορη και αυτό δεν αλλάζει με τίποτα. Δεν αλλάζει γιατί για να φτάσεις εκεί και να αισθανθείς έτσι, το μέτρησες και έτσι καταστάλαξες... Έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στην σκέψη σου. Μετά από σκέψη. Μετά από πολύ σκέψη. Απόλυτη...

Ναι. Είσαι απόλυτη τελικά...

‘Δυστυχώς ή ευτυχώς;’ σκέφτομαι.
Ε, εδώ τώρα τι να μου απαντήσω; Ότι κι αν μου πω απόλυτο θα είναι...

‘Δυστυχώς ή ευτυχώς, έτσι είσαι ρε Βασιλική. Έτσι είσαι. Τι να κάνουμε τώρα; Να σε αλλάξουμε; Πάλι; Και γιατί παρακαλώ; Επειδή ζεις ό,τι αισθάνεσαι; Που το κακό; Που το πρόβλημα, γαμώτη μου; Που; Σε σένα ή στους άλλους; Ε;

Μετά ~ Στέλλα Βλαχογιάννη

Εκείνες οι μέρες ήταν όμορφες. Μιλούσαμε. Συνέχεια.
Ψάχναμε. Ψηλαφούσαμε. Τη ζωή. Ο ένας του άλλου.
Δεν σ' άγγιξα. Με κοιτούσες. Σα να επρόκειτο να σε
πονέσω. Να σ' αφήσω. Το άφηνα να εννοηθεί. Είμαι εδώ.
Εφ' όσον κι εσύ. Δε θέλω να πω. Αυτά που ρωτάς ισχύουν.
Οι απαντήσεις όχι. Σε μπερδεύω. Διηγούμαι την ιστορία με
άλλη σειρά. Όταν το παρατηρείς σ' έχει πονέσει.

Εκείνες οι μέρες ήταν νύχτες. Κοιτώντας τον ουρανό. Δεν
ξέρω κανένα αστέρι. Μ' αρέσει να τα κοιτάζω. Όπως τους
αγνώστους. Στο δρόμο. Με λίγη ενοχή. Λίγη θλίψη. Κι ένα
χαμόγελο. Κρυφό. Δε σταμάτησες λεπτό. Όλο σε μια
κίνηση. Ήσουν! Τρόμος και αναμονή. Τι μου ζητάς; Έχω;
Θέλω. Τα χαλάσματα. Που μου 'δειξες. Τα ξέρω. Από άλλη
ιστορία. Γι αυτό με συνάντησες. Συνένοχοι στον ίδιο φόβο.
Λοιπόν; Στα πόσα ποτήρια σωπαίνεις εσύ;
Εκείνες οι μέρες ήταν ήσυχες. Μέσα στον πανικό τους.
Μετά. Άλλαξες. Έγινες εσύ.

Από το βιβλίο της "Η Θλίψη του σώματος"

Τρίτη, Δεκέμβριος 19, 2006

Αναμνήσεις αγάπης...

Καθόταν σαν κουκλίτσα μαγεμένη κάτω από το τεράστιο δέντρο και έπαιζε με τις μπάλες. Της άρεσε πολύ να πηγαίνει κοντά τους και να βλέπει το προσωπάκι της μέσα σε αυτές. Άλλη φορά κόκκινο, άλλη άσπρο, άλλη πράσινο. Την ξετρέλαιναν τα φωτάκια. Ήθελε πολλά φωτάκια. Παντού φωτάκια. Και χατίρι δεν της χαλούσαν ποτέ οι γονείς της. Στην βάση του δέντρου το μεγάλο τραινάκι. Παλιό αλλά πανέμορφο. Ήταν αυτό που έφερνε τα δώρα. Κάθε μέρα έσκυβε για να δει μπας και υπήρχε τίποτα. Μπας και ο Αι Βασίλης είχε ξεχαστεί και είχε περάσει νωρίτερα από το δικό της σπίτι...

Το σπίτι της πάντα μοσχομύριζε κανέλλα και άχνη. Τα γλυκά ήδη είχαν πάρει την θέση τους στο τραπέζι στο σαλόνι. Και αυτή κολλημένη στο δέντρο. Και στην ποδιά της μαμάς της. Έτοιμη πάντα στην πρώτη ευκαιρία να της τραβήξει τα κορδόνια που κρατούσαν την ποδιά στην μέση της και να σκάσει στα γέλια μόλις αυτή έπεφτε. Αυτό ήταν το παιχνίδι της...

Ξαπλωμένη μπρούμυτα κάτω από το δέντρο έπαιρνε το μεγάλο μπλε τετράδιο της και σκαρφιζότανε το γράμμα στον Αι Βασίλη. Τι να γράψει και πως, για να έχει το καλύτερο δώρο. Και το τραινάκι να σφυρίζει. Και το προσωπάκι της στις μπάλες. Και τα φωτάκια να φωτίζουν την ψυχούλα της. Και το σπίτι να μυρίζει χαμόγελο. Αγάπη. Πολύ αγάπη. Έγραφε δυο και τρεις φορές το γράμμα. Ήθελε να είναι τακτοποιημένο. Όμορφο. Στο τέλος σχεδίαζε και κουλουράκια στην άκρη του για να δελεάσει τον Άγιο ακόμη πιο πολύ. Κατεργάρα η μικρή...

Το δώρο, σκέψη πριν κλείσει τα ματάκια της κάθε βράδυ. Τι να ζητήσει; Ήθελε πολλά αλλά ο Αι Βασίλης πήγαινε ένα δώρο σε κάθε παιδάκι για να του φτάσουν για όλα. Έτσι της είχε πει η μαμά της. Και έτσι πάντα αυτή ζητούσε ένα. Μόνο ένα. Τι; Να μείνει άλλο παιδάκι χωρίς δώρο εξαιτίας της; Όχι αυτό δεν το ήθελε. Ένα λοιπόν.
‘Ένα και καλό...’ φώναζε και έτρεχε μέσα στο σπίτι σαν σίφουνας.

‘Μαμά; Μπορώ να ζητήσω αγάπη για δώρο;’ ρώτησε μια φορά.
‘Μα έχεις παιδάκι μου, δεν έχεις; Σε αγαπάμε παρά πολύ καρδούλα μου. Αυτό δεν σου φτάνει;’
‘Έχω μανούλα και μου φτάνει, απλά θέλω και άλλη όχι για μένα αλλά για να μπορώ να την δίνω σε αυτούς που δεν έχουν...’ η απάντηση της έφερε δάκρυα στα μάτια της μαμάς της χωρίς φυσικά τότε να καταλάβει το γιατί...
Καλά, δεν θα ζητούσε περισσότερη αγάπη. Θα έδινε από την δική της. Άλλωστε είχε δίκιο η μαμά της, αυτή είχε πολύ. Παρά πολύ...

Δευτέρα, Δεκέμβριος 18, 2006

Μείον...

Και πάλι το τέλος μιας χρονιάς, έφτασε. Και πάλι ο απολογισμός του προ των πυλών. Σταθερή σε αυτό εδώ και χρόνια. Και πάλι θα είμαι μείον; Όπως τόσα χρόνια; Συν και πλην. Όλα θα μπουν στην ζυγαριά του μυαλού μου απ’ την αρχή. Και αυτή θα γείρει και πάλι στο μείον; Σίγουρα φέτος το κενό ανάμεσα στο συν και το πλην είναι μεγαλύτερο από κάθε άλλη χρονιά. Δύσκολος χρόνος. Ακόμη ένας. Από τους πολλούς. Από τους μείον, ε;
Από τους 38 μου άραγε πόσοι ήταν συν; Δεν θυμάμαι, πια. Δεν μπορεί, θα ήταν όσοι και οι πλην... Αλλιώς πως υπάρχει ισορροπία; Ή δεν υπάρχει; Δεν ξέρω... Το μυαλό μου καταμετρά. Υπολογίζει. Η καρδιά το ίδιο. Οι στόχοι μπροστά μου. Έτοιμοι προς επίτευξη. Εγώ όμως είμαι έτοιμη; Θέλω; Μπορώ; Δεν ξέρω... Κομμάτια μου, λείπουν... Σκέψεις μου, έφυγαν και αυτές...

Και η ζωή μου στο μικροσκόπιο του μυαλού μου για μια ακόμη φορά. Και η αναμονή του αποτελέσματος αυτής της εξέτασης βασανιστική. Όπως όλα τα αποτελέσματα... Κάθεσαι στο παγκάκι και τα κοιτάς. Λες και δεν είναι δικά σου. Λες και είναι αλλουνού. Με παγωμένα χέρια κρατάς το χαρτί. Τόσο λευκό. Τόσο μαύροι οι αριθμοί του. Και είναι οι αριθμοί της ζωής σου, γαμώτη μου. Τα νούμερα της. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Γελάς. Θα περάσει λες. Θα περάσει. Θα με προσπεράσει τουλάχιστον, ελπίζεις στην χειρότερη περίπτωση. Ρωτάς ‘Γιατί;’ και δεν σου απαντάει κανένας. Και ο πόνος τούτης της σιωπής σε τρυπάει, βελόνα καυτή. Σε βασανίζει. Η ζωή σου κυλά στο χαρτί. Αριθμοί την ορίζουν. Την καθορίζουν. Και θες να φωνάξεις. Να ξετινάξεις από πάνω σου την αδικία που αισθάνεσαι για ό,τι σου επέβαλαν αυτοί οι αριθμοί.
Και δεν μπορείς... Δεν μπορείς...
Αποφασίζεις να τους διαλύσεις με ένα δάκρυ. Το μόνο που καταφέρνεις είναι το δάκρυ σου να πέσει στο χαρτί και να μαυρίσει ακόμη περισσότερο τους αριθμούς. Να τους κάνει να φαίνονται μεγαλύτεροι. Να τους ‘απλώσει’. Και έτσι απλώνει και ο πόνος. Και για να μην πονάς αποφασίζεις να μην θέλεις. Να μην θέλεις, να θέλεις. Εναντιώνεσαι έτσι στην ίδια την ζωή. Πόσο δύναμη θέλει αυτό, γνωρίζεις; Όχι. Το μόνο που σκέφτεσαι είναι να μην πονάς. Και το κάνεις. Ναι. Το καταφέρνεις. Για πόσο όμως; Για πόσο; Για όσο. Και όταν...
Λες προσπάθησα. Έκανα. Προχώρησα. Κοίτα πίσω σου όμως. Δεν έκανες τελικά ούτε ένα βήμα. Έμεινες εκεί. Εκεί που πονάει. Η ‘σταθερή’ ζωή, πονάει. Τα καρφιά που στην μπήγουν στην σταθερότητα, πονάνε. Η ‘απουσία’ ζωής, πονάει. Και δεν είσαι Θεός να την ορίζεις εσύ μέσα σου. Κατάλαβες;
Φτιάχτηκες και ‘συ για ζωή, όπως όλοι. Πως ήταν δυνατόν εσύ να της εναντιωθείς; Πως; Αφού ήθελες να θέλεις. Και τι νομίζεις ότι σε τελική ανάλυση ήθελες; Απλά να έχεις το δικαίωμα, το απόλυτα ανθρώπινο δικαίωμα, να θέλεις. Να ονειρεύεσαι. Το δικαίωμα να ζεις. Πάλεψες ό,τι ήταν να παλέψεις. Κατάφερες ό,τι σου επέβαλαν να καταφέρεις. Ήθελε δύναμη; Ήθελε κουράγιο; Ήθελε αγάπη; Τα βρήκες. Τα έδωσες. Σε έδωσες. Και ξαφνικά είδες ότι ποτέ δεν ζήτησες. Ότι ποτέ δεν ζητήθηκες... Και ξαφνικά είδες ότι, ό,τι κι αν ζήτησες και ίσως το πήρες, το έδωσες και αυτό. Το έκανες και αυτό. Φαύλος κύκλος και εσύ μέσα του. Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης, άνισος. Άδικος.
Αδιανόητο για σένα αλλά αναγκάστηκες να απουσιάσεις για μια φορά και ‘συ. Και αυτό γιατί έσπασες. Γιατί ράγισες. Και πίστεψες ότι όταν γυρνούσες ό,τι αγαπούσες θα ήταν εκεί. Θα έδινε την μάχη του, για να είναι εκεί για σένα. Ουσιαστικά. Μάχη του ενός για τον άλλο. Θα έκανε ένα βήμα μπροστά για να είναι εκεί που εσύ ήθελες. Μια ματιά πιο πέρα από τα δικά σου μάτια, ήθελες. Λίγο να σε προλάβει και να σε προσπεράσει. Και να σε περιμένει εκεί που ήξερε ότι θα σε πήγαιναν τα βήματα σου. Εκεί που η καρδιά σου ζητούσε να είναι πλέον. Στην ζωή. Στην ζωή χωρίς αποτελέσματα. Χωρίς ‘εξετάσεις’. Χωρίς πόνο και δάκρυ. Ζήτησες πολλά; Μπορεί; Εσύ τι έκανες;
Χμ... Τι μπορούσες να κάνεις πια; Ξαναμάζεψες τα κομμάτια και τα έβαλες στην θέση τους. Και κάτι δεν ταίριαζε. Και κάτι δεν κολλούσε. Δυστυχώς ήσουν εσύ. Και είδες μόνο τον δρόμο της επιλογής, πλέον. Εντός των τειχών επιλογή για πρώτη φορά. Λίγη εσύ ή η επιλογή σου; Θα δείξει... Και έτσι πήρες τον καθρέπτη του χρόνου και τον έσπασες. Τον έκανες χίλια κομμάτια. Τον έκανες σαν και σένα. Παιχνίδι σε ίσους όρους. Τουλάχιστον αυτό. Για αρχή. Ή για τέλος. Θα δείξει...

Δεν ξέρω... Σίγουρα το μείον είναι και πάλι το ‘πρόσημο’ αυτού του χρόνου. Της ζωής μου. Της καρδιάς μου. Του μυαλού μου. Ορισμός και αποτέλεσμα. Ίδωμεν για τον επόμενο χρόνο. Ίδωμεν...

Περπατησιές μιας καρδιάς...

Δρόμοι. Μονοπάτια. Μοναχικά. Ακολουθώντας τα όμως πάντα καταλήγεις κάπου. Είναι η μοίρα του δρόμου. Της περπατησιάς. Να φτάσεις κάπου. Να διανύσεις. Να νιώσεις. Να μάθεις. Να γνωρίσεις. Μοναδικό σου εφόδιο το όνομα σου. Η μονογραφή σου. Εσύ...

~~~~

Ποια αγάπη μπορεί εδώ να υπογράψει; Στη λευκή σελίδα. Καμία, Παρασκευά. Οι αγάπες απλώς οπλίζουν την καρδιά και ενεργοποιούν το χέρι. Μονογραφές βάζουμε σε άσπρα φύλλα, περιμένοντας κάποιος κάποτε να τα περισυλλέξει και να διαβάσει στο κενό το όνομά μας.

(απόσπασμα από το βιβλίο Ιατρείον Ασμάτων της Στέλλας Βλαχογιάννη)

Παρασκευή, Δεκέμβριος 15, 2006

Μια από εκείνες τις μέρες...

...είναι και η σημερινή. Βαριά. Κουρασμένη. Αφόρητη και ασήκωτη. Με μηδενική διάθεση για το οτιδήποτε. Χωρίς λόγια. Χωρίς αισθήσεις. Παγωμένη. Μόνη της. Χωρίς προσμονή. Χωρίς ζωή. Τα χείλη θα μείνουν κλειστά. Τα μάτια απλά θα παρατηρούν τα απολύτως απαραίτητα. Τα χέρια στο πρόσωπο μόνο και μόνο για να υπάρχει η αίσθηση μιας παρουσίας. Το αίσθημα φυγής και πάλι διάχυτο. Όπως και οι σκέψεις. Διάχυτες. Κομματιασμένες. Κουρασμένες και αυτές. Δυστυχώς και σήμερα είναι μια από εκείνες τις μέρες...

Πέμπτη, Δεκέμβριος 14, 2006

Ο φάρος του έρωτα...

Το κορμί της έσταζε μια πρόστυχη αθωότητα. Ένα γλυκό άρωμα έβγαινε και σκορπιζόταν στον αέρα όταν περνούσε από κοντά του. Την έβλεπε και την ποθούσε. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Ήταν γυναίκα και το ήξερε. Είχε δυο μάτια λάβα. Είχε δυο χείλη που τον τρέλαιναν και τον έκαναν να ονειρεύεται χιλίους δυο τρόπους για να τα κάνει δικά του. Τα χέρια της αέρινα με κινήσεις μεθοδικές και σίγουρες πάντα δήλωναν τα αισθήματα της με τον καλύτερο τρόπο. Τα πόδια της ναζιάρικα έδειχναν πάντα την διάθεση του μυαλού της. Το στήθος της ένα πάντα με την ανάσα της. Χορός αισθήσεων όλα πάνω της. Και αυτή κυρίαρχος των ματιών του. Ήθελε απεγνωσμένα να γίνει γνωστής του κορμιού της και των απαιτήσεων του.

Ήξερε ότι θα του έδινε τα πάντα και αυτός μπορούσε να της δώσει μόνο... τα πάντα.

Δεν είχε εκπτώσεις, δεν είχε μειώσεις με εκείνην. Του έβγαλε, από την πρώτη στιγμή, αυτό το συναίσθημα αλλά όταν αυτό έσκασε στα χέρια του, τα έχασε. Δεν ήξερε ότι μπορούσε ποτέ να αισθανθεί έτσι για μια γυναίκα. Ίσως γιατί δεν είχε ξαναγνωρίσει ποτέ μια τέτοια γυναίκα. Το δήλωσε σε όλους. Είχε τρελαθεί μαζί της και το έδειχνε. Για πρώτη φορά μύριζε έρωτα. Οι σχέσεις του στο παρελθόν ‘επίπεδες’. Σε όλες έδινε κομμάτια του για να πάρει μόνο ό,τι ήθελε. Με αυτήν ήταν τελείως διαφορετικό το ‘παιχνίδι’.

Έδωσε τα πάντα γιατί ήθελε να πάρει από εκείνην... τα πάντα.

Το μυαλό του έγινε το καταφύγιο της. Το έκανε ό,τι ήθελε και αυτός αδιαμαρτύρητα δεχόταν την εισβολή της. Την ήθελε μέσα του περισσότερο από όσο ήθελε να είναι μέσα της. Τον γέμιζε καθολικά και απόλυτα. Το κορμί του στα χέρια της, πουλί στον παράδεισο. Στον παράδεισο, εκεί ζούσε από τότε που την έκανε δική του.

Στο όνειρο που αυτή το έκανε πραγματικότητα, όπως συνήθιζε να λέει...

Αυτή κυρίαρχος αλλά και υποταγμένη σε αυτόν. Έτρεμε στα χέρια του. Ένιωθε εκπλήρωση. Ήταν η προσδοκία του κορμιού και του μυαλού της. Τον περίμενε από πάντα, θαρρείς. Όταν της πρωτομίλησε, ένιωσε ότι το πλήρωμα του χρόνου είχε γίνει δικό της. Όλες της οι αισθήσεις σε υπερδιέργεση. Όλες της οι σκέψεις έγιναν αυτός. Αυτός που την έκανε δική του με την πρώτη του λέξη, με την πρώτη του ματιά. Αυτός που οδήγησε το κορμί της σε δρόμους απάτητους. Και το κορμί της έγινε για αυτόν, φάρος. Το φως του τον τύφλωσε αλλά τον οδήγησε και στο καλύτερο λιμάνι.

Οι μέρες τους, από τότε, σκοτεινές από το πάθος και οι νύχτες τους φωτισμένες από την απόλαυση του. Γευόνταν την αμαρτία ο ένας στο κορμί του άλλου. Το μυαλό δυνάστης του κορμιού να το οδηγεί στα πιο τρελά μονοπάτια αυτής της απόλαυσης. Απόλυτα δοσμένοι ο ένας στον άλλο...
Αυτή γυναίκα, αυτός άντρας...
Οι δυό τους απόλυτα κομμάτια ενός παζλ που λέγεται έρωτας...

(απόσπασμα...)

Τετάρτη, Δεκέμβριος 13, 2006

‘Δεν υπάρχουνε συμπτώσεις...’

Ήταν το ρητό της. Ήταν το συμπλήρωμα σε κάθε κατάσταση που έπρεπε να διαχειριστεί. Εύκολη ή δύσκολη. Και είχε και από τα δυο στην ζωή της. Και εύκολα και δύσκολα. Αυτή η ‘πληθωριστική σκέψη’ όμως την καθόριζε. Με αυτήν την σκέψη τα δύσκολα τα αντιμετώπιζε εύκολα και τα εύκολα δύσκολα. Πως; Έφτιαχνε στο μυαλό της πιθανά σενάρια αντιμετώπισης κάθε δύσκολης κατάστασης και τα δούλευε συνέχεια. Δαιδαλώδεις οι διαδρομές στο μυαλό της. Έβλεπε παραμέτρους. Υπολόγιζε. Ζύγιζε καταστάσεις και τις λύσεις τους. Και όταν της ερχόταν το δύσκολο, ήταν έτοιμη. Τουλάχιστον έτσι ένιωθε...

‘Δεν υπάρχουνε συμπτώσεις...’ έλεγε και απλά έλυνε την κατάσταση. Πως; Το μυαλό της ανέσυρε το πιθανό σενάριο το οποίο και είχε σκεφτεί, τις λύσεις που είχε δώσει με καθαρό μυαλό και το εφάρμοζε στα δεδομένα και στις παραμέτρους. Η λύση ως δια μαγείας δινόταν, εύκολα. Έτσι φαινόταν. Έτσι ήταν; Έτσι νόμιζε. Και ήταν ήσυχη με αυτό που νόμιζε. Που βίωνε. Αντιμετώπιζε την δυσκολία με περισσή ευκολία. Την έκανε να φαίνεται πως δεν υπήρχε. Πως δεν την άγγιξε, καν. Και έτσι δικαίωνε και το ρητό της, μέσα της.

Οι γύρω της πάντα θαύμαζαν αυτήν την ιδιότητα της. Δεν καταλάβαιναν και πολύ τον τρόπο της, απλά τον θαύμαζαν. Και όσο περισσότερος ο θαυμασμός τόσο περισσότερο αυτή εγκλωβιζόταν σε αυτόν τον τρόπο σκέψης. Και όσο περισσότερα τα δύσκολα τόσο αυτή έφτιαχνε και περισσότερα σενάρια. Και τόσο περισσότερο την άγχωναν οι λύσεις τους. Και τόσο περισσότερο μείωνε τις συμπτώσεις...

Στα εύκολα; Εκεί πάγωνε. Εκεί φοβόταν. Πως αντιμετωπίζεται το εύκολο; Τι σενάριο να φτιάξεις για το εύκολο; Τι λύση να δώσεις στο εύκολο; Μέσα της ίσως δεν το ήθελε το εύκολο, ήθελε το δύσκολο. Εκεί δεν υπήρχανε συμπτώσεις και εκεί αισθανόταν σίγουρη. Έτσι αισθανόταν δυνατή. Δυνατή μέσα στην αδυναμία της. Ίσως τελικά αυτήν την αδυναμία της έβγαζε κάθε φορά που μονολογούσε το ρητό της...

Τρίτη, Δεκέμβριος 12, 2006

Κοίτα μέσα σου και θα με δεις...

Θα είμαι εκεί, όπως πάντα. Να περιμένω εσένα γιατί γνωρίζω καλά ότι θα έρθεις, θα έρθεις γιατί είσαι δική μου. Είσαι εγώ. Απλά θέλεις τον χρόνο σου, θέλεις τον χώρο σου. Δεν λέω, είναι φορές που σε περιορίζω και τότε μου φεύγεις. Αλλά μην νομίζεις ότι πας και μακριά. Ότι πας ‘αλλού’. Απλά ανοίγεις την πόρτα και την κλείνεις με δύναμη και αυτό το κάνεις για να έχεις μόνο και μόνο την αίσθηση της κίνησης. Ότι έκανες κάτι. Ότι αντέδρασες. Γνωρίζεις ό,τι γνωρίζω...

Όταν σε ακούω να μου μιλάς έτσι, τα χάνω. Νιώθω ανήμπορη. Αδύναμη. Τα όρια μας έχουν ήδη προκαθοριστεί, ψυχή μου. Έτσι δεν είναι; Νιώθω ότι δεν έχω ελεύθερη βούληση από την μια αλλά από την άλλη, είσαι εγώ. Αμφίδρομη και διαδραστική σχέση τελικά. Σε δημιούργησα και με δημιουργείς. Όταν το αντιλαμβάνομαι αυτό, ηρεμώ. Σε έχω μέσα μου και με έχεις μέσα σου. Είμαι ό,τι φαίνεσαι...

Κοίτα μέσα σου και θα με δεις...
Αυτό μου λες και αυτό σου λέω...

Για πάντα μαζί, ψυχή μου;
Ναι Βασιλική μου, για πάντα μαζί...

Δευτέρα, Δεκέμβριος 11, 2006

Αποτύχαμε παταγωδώς!!


Είχα όλη την καλή διάθεση. Είχα κέφι. Ετοιμάστηκα καταλλήλως. Αλλά τίποτες. Τα μελομακάρονα είχαν την δική τους άποψη επί του θέματος! Έγιναν τούβλα επιπλέοντα σε ένα πράγμα που ο Θεός να το πει σιρόπι...

Μετά από πολύ σκέψη και με βάση το μετριόφρων του χαρακτήρα μου έβγαλα το συμπέρασμα ότι φταίει η συνταγή. Καθαρά πράγματα! Ήταν δολιοφθορά. Ήταν σχέδιο του εχθρού. Ε; Εγώ τα έκανα όλα τέλεια...

Αλλά δεν πτοούμαι! Επόμενη αποστολή;
Θα φτιάξω κουραμπιέδες!!!
Και τι κουραμπιέδες!!! Με καρύδια...
Η συνταγή βρέθηκε εδώ...

Παρασκευή, Δεκέμβριος 08, 2006

Να το δω και αυτό!

Ναι. Το αποφάσισα. Θα φτιάξω μελομακάρονα. Βρήκα συνταγή, έκανα τα απαιτούμενα ψώνια και το σαββατοκύριακο θα επιδοθώ στην κατασκευή τους!!!
Θα γελάσει κάθε πικραμένος... σας το λέω...

Υλικά
1 ποτήρι βούτυρο
1 ποτήρι λάδι
1 ποτήρι ζάχαρη
1 κουταλάκι κανελογαρίφαλα
1 κουταλάκι σόδα
1 ποτήρι χυμό πορτοκαλιού
1 κουταλάκι μπέικιν - πάουντερ
4 κουταλιές κονιάκ
3 κουταλιές γιαούρτι στραγγιστό
1 κουταλιά ξύσμα πορτοκαλιού
1 ποτήρι καρύδια χοντροκοπανισμένα
αλεύρι μαλακό "ΑΡΙΣΤΟΝ", όσο χρειάζεται για να γίνει ζύμη μαλακιά (περίπου 1300 γρ.)

Υλικά για το σιρόπι
1 ποτήρι νερό
1 ποτήρι ζάχαρη
1 ποτήρι μέλι
καρύδια χοντροκοπανισμένα και κανέλα για το πασπάλισμα


Εκτέλεση
Χτυπάτε το βούτυρο με το λάδι και τη ζάχαρη και συνεχίζετε με τα κανελογαρίφαλα, τη σόδα διαλυμένη στο χυμό, το μπέικιν - πάουντερ διαλυμένο στο κονιάκ, το γιαούρτι, το ξύσμα, τα καρύδια και το αλεύρι. Ζυμώνετε καλά, πλάθετε τα μελομακάρονα και τα βάζετε σε βουτυρωμένο ταψί. Τα ψήνετε σε μέτρια προθερμασμένο φούρνο για 20-25 λεπτά.
Αφήνετε να κρυώσουν και ετοιμάζετε το σιρόπι. Μόλις βράσει σε χαμηλή φωτιά, βουτάτε τα μελομακάρονα, τα αφήνετε ένα λεπτό και τα ανασύρετε με τρυπητή κουτάλα. Τα πασπαλίζετε με τα καρύδια και την κανέλα.

Την συνταγή την βρήκα μόνη μου (το τονίζω αυτό... μόνη μου!!) στην σελίδα http://www.mills.gr/suntages/melomakarona.html

Ευχηθείτε μου καλή επιτυχία! Θα την χρειαστώ στα σίγουρα!!!

Πέμπτη, Δεκέμβριος 07, 2006

Το πνεύμα των Χριστουγέννων ΙΙ

Έναρξη
Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή όταν σηκώνοντας το τηλέφωνο άκουσε επιτέλους την φωνή που περίμενε. Η απάντηση προ των πυλών.

‘Η κυρία Αβραμοπουλου;’
‘Ναι γιατρέ, καλημέρα σας, η ίδια...’ είπε με τρεμάμενη φωνή.
‘Τα νέα μας είναι τα καλυτέρα. Οι εξετάσεις ήταν θετικές. Σε λιγότερο από οχτώ μήνες θα γίνετε μητέρα. Θα χρειαστεί φυσικά ένας περαιτέρω έλεγχος οπότε και σας δίνω την γραμματέα μου για να σας πει τι εξετάσεις πρέπει να κάνετε. Μόλις λάβετε τα αποτελέσματα σας περιμένω για τα περαιτέρω. Καλή σας μέρα και πάλι’ της είπε και αφού εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και έμαθε από την γραμματέα του τι έπρεπε να κάνει, έκλεισε το τηλέφωνο.

Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Το θαύμα έγινε.
‘Το πνεύμα των Χριστουγέννων υπάρχει τελικά...’ σκέφτηκε και δάκρυσε.
Ήταν χαρούμενη, έτρεμε από ευτυχία. Θα γινόταν μητέρα. Θα έφερνε στον κόσμο το παιδί τους. Κάτι μοναδικά δικό τους. Έβαλε το χέρι της πάνω στην κοιλιά της. Το κράτησε εκεί λίγα λεπτά. Ο χρόνος σταματημένος. Ένα ρίγος την έκανε να πάρει το χέρι της από εκεί και να σηκώσει το τηλέφωνο. Έπρεπε να του μιλήσει. Έπρεπε να του το πει. Δεν μπορούσε να περιμένει. Δεν ήθελε να περιμένει...

Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε το νούμερο του αλλά μιλούσε.
‘Μα που μιλάει;’ αναρωτήθηκε...


Λήξη
Φεύγοντας από το σπίτι, έβαλε στο μυαλό του όλες τις μικροδουλειές που ήθελε να τελειώσει, να πληρώσει κάποιους λογαριασμούς, να περάσει από το βίντεο κλαμπ να αφήσει το dvd.

Περπατώντας στον δρόμο την σκεφτόταν συνέχεια. Ήθελε να την ακούσει. Του είχε λείψει και ας είχε λίγες ώρες να την δει από την στιγμή που πίνανε μαζί το πρωινό τους καφεδάκι, πριν εκείνη πάει στην δουλειά της. Την αγαπούσε πολύ και σκεφτόταν ότι αυτό έπρεπε να επισημοποιηθεί. Θα της το έλεγε μόλις την έβλεπε. Έβγαλε το κινητό του, σχημάτισε το νούμερο της αλλά πάλι το τηλέφωνο της μιλούσε.

‘Μα που μιλάει;’ αναρωτήθηκε και συνέχισε τον δρόμο του.

Ένας δυνατός θόρυβος έκανε τους περαστικούς να γυρίσουν απότομα. Μερικοί έτρεξαν να δουν τι συνέβη. Το θέαμα φρικιαστικό. Ένας νεαρός άντρας πεσμένος στον δρόμο, αιμόφυρτος, χτυπημένος από ένα αυτοκίνητο που μάλλον είχε χάσει τον έλεγχο, ο οδηγός του αυτοκινήτου και αυτός χτυπημένος και πεσμένος πάνω στο τιμόνι...


Η συνέχεια ένα χρόνο μετά...
‘Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλυτέρα...’ είπε με σπασμένη φωνή και έκλεισε το βιβλίο. Τα ματάκια του είχαν κλείσει. Είχε κοιμηθεί το αγγελούδι τους. Άφησε το βιβλίο στο κομοδίνο και σηκώθηκε. Του έφτιαξε τα σκεπάσματα και το φίλησε. Έφυγε από το δωμάτιο πατώντας στις μύτες των ποδιών της.

Το σπίτι ήρεμο και βουβό.

‘Πρέπει να ετοιμάσω και το δέντρο αγάπη μου, ε; Το αγγελούδι μας κοιμήθηκε και όταν ξυπνήσει πρέπει να είναι όλα στολισμένα...’ τελείωσε την φράση της κρατώντας την φωτογραφία του στα χέρια της και ένα βουβό δάκρυ κύλισε αργά...

Τετάρτη, Δεκέμβριος 06, 2006

Το πνεύμα των Χριστουγέννων

Περίμενε ένα τηλεφώνημα. Ένα τηλεφώνημα που θα της άλλαζε την ζωή. Η δουλειά της ήταν και σήμερα πέρα για πέρα εκνευριστική. Αλλόκοτη. Από την μια εκκρεμότητα στην άλλη. Τα είχε παρατήσει όλα τον τελευταίο καιρό, είναι αλήθεια. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Να δουλέψει. Να παράγει. Αλλά προσπαθούσε. Τουλάχιστον προσπαθούσε. Τα τηλεφώνα χτυπούσαν ασταμάτητα. Το καθένα και για άλλο λογο. Το καθένα και για άλλη αφορμή. Και αυτή προσπαθούσε. Για πόσο δεν ήξερε...

Δεν ήθελε να ξέρει τα όρια της. Την φόβιζε πολύ που τις τελευταίες μέρες τα όρια της έμοιαζαν να είχαν λήξει. Έμοιαζαν σαν τις λεπτές γραμμές ενός τεστ. Κοιτούσε το ρολόι της κάθε λίγο. Τα λεπτά την βασάνιζαν. Οι στιγμές την πονούσαν. Ο χρόνος σταματημένος. Η ζωή της το ίδιο. Όλα είχαν σταματήσει και περίμεναν. Περίμεναν το τηλεφώνημα. Την έναρξη ή την λήξη. Και η συνέχεια ανάμεσα σε αυτά τα δυο την πονούσε. Πονούσε εύκολα. Αβίαστα. Ο πόνος της, καθημερινή εφημερίδα που την ξεφύλλιζε χωρίς να βγάζει νόημα πλέον...

‘Εμπρός;’ είπε με αγωνία.
‘Έλα βρε φιλενάδα’ ακούστηκε από την άλλη πλευρά η φωνή της Ελένης.
‘Τι φωνή είναι καλέ αυτή; Ποιον περίμενες να ακούσεις; Τι έχεις; Τι έγινε;’ ρώτησε με μια ανάσα η Ελένη.
‘Τίποτα, τίποτα απλά είμαι ζαλισμένη και...’
‘Κατάλαβα. Τι λέει πότε θα βρεθούμε για κανένα καφέ;’ αναρωτήθηκε με την γνώριμη ναζιάρικη φωνή της. Η Ελένη. Γάτα με τα όλα της. Γάτα σε όλα. Κατάφερνε τα πάντα, στο λεπτό. Κατάφερνε τους πάντες, στο λεπτό. Από το σχολείο η ίδια και απαράλλακτη. Είχε όλα τα προσόντα για σπουδές όμως εκείνη επέλεξε ‘την απομάκρυνση από το ταμείο’, όπως έλεγε. Βρήκε τον Σπύρο και τον παντρεύτηκε. Στην κυριολεξία όμως. Ο Σπύρος δεν πήρε χαμπάρι τίποτα. Η Ελένη αρχηγός σε όλα. Ο Σπύρος απλό εκτελεστικό όργανο στα χέρια της Ελένης. Ακόμη όμως και μετά από τόσα χρόνια γάμου η Ελένη ήταν ο Θεός του. ‘Η ανάσα του’ όπως έλεγε χαμογελώντας. Την λάτρευαν όλοι. Χαρούμενος εκ γενετής άνθρωπος.
‘Όχι σαν και μένα’ σκέφτηκε...
‘Ελένη μου δεν ξέρω... θα δούμε... έχω δουλειά... πλησιάζουν και οι γιορτές και καταλαβαίνεις τι γίνεται... χαμός...’ προσπάθησε να πει μπας και αποφύγει την συνάντηση.
Αυτή όμως την κατάλαβε αμέσως και είπε με στόμφο ‘Καλά, καλά αυτά να τα πεις αλλού. Πάλι σε έπιασε το Πνεύμα των Χριστουγέννων; Τι θα γίνει βρε καλή μου τα ίδια θα έχουμε κάθε χρόνο; Δεν βαρέθηκες να είσαι τόσο αρνητική; Πες μου, δεν κουράστηκες; Γιατί πας αντίθετα; Γιατί; Δεν βλέπεις ότι δεν σε οδηγεί πουθενά; Ε;’
Τώρα τι να της έλεγε; Την αλήθεια; Την μισή την ήξερε, ήδη. Δεν ήθελε καθόλου τις γιορτές. Την άλλη μισή δεν θα την μάθαινε ποτέ αν αυτό που άκουγε από το τηλεφώνημα, ήταν η ‘λήξη’. Ούτε αυτή, ούτε κανένας άλλος. Εκτός από εκείνον. Εκείνος και αυτή, λοιπόν. Μόλις τον έφερε στο μυαλό της, τα μάτια της δακρύσαν.
‘Το πνεύμα των Χριστουγέννων...’
Ευτυχώς που δεν την έβλεπε η Ελένη. Ευτυχώς...
‘Ελένη μου, άστα αυτά. Τα είπαμε τόσες φορές που δεν έχει πια κανένα νόημα να τα ξαναπούμε. Καλά; Λοιπόν θα δω τι μπορώ να κάνω και θα σε πάρω τηλέφωνο.’ απάντησε ορθά κοφτά.
Η Ελένη πάγωσε. Για πρώτη φορά την ένιωσε να παγώνει.
‘Καλά, πάρε με εσύ φιλενάδα...’ της είπε και έκλεισε.

Κατέβασε το ακουστικό λυπημένη για τον τρόπο της αλλά ήταν ό,τι καλύτερο της έβγαινε εκείνη την στιγμή. Δεν της άρεσε ποτέ να την πιέζουν. Ποτέ. Και αυτό το τηλεφώνημα που περίμενε ήταν η χειρότερη πίεση για μια γυναίκα. Η χειρότερη. Έναρξη ή λήξη; Θα το μάθαινε σήμερα. Θα το άκουγε σήμερα και θα αποφάσιζε και αυτή μετά...

~~~~

Ήθελε να την ακούσει. Του έλειψε. Σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε το νούμερο της. Το τηλέφωνο της μιλούσε. Το έκλεισε. Ξαναπήρε. Το ίδιο βουητό. Θα την έπαιρνε αργότερα. Δεν ήθελε να την πάρει στο κινητό. Αποφάσισε να πάει να τελειώσει και αυτός κάτι δουλίτσες και θα ξαναπροσπαθούσε αργότερα.
‘Μα που μιλάει;’ αναρωτήθηκε...

~~~~

‘Γιατρέ έχουμε τα αποτελέσματα της κυρίας Αβραμοπούλου, εδώ σας έχω και το τηλέφωνο που μας άφησε, για να την ενημερώσετε’ είπε η κοπέλα και άφησε τον φάκελο πάνω στο γραφείο του.
‘Ευχαριστώ, Μαρία. Πήγαινε δεν σε χρειάζομαι άλλο’ είπε ο γιατρός και βάζοντας τα γυαλιά του άνοιξε τον φάκελο. Χαμογέλασε και σχημάτισε το τηλέφωνο της...

Τρίτη, Δεκέμβριος 05, 2006

Άσπρα καράβια τα όνειρά μου ~ Δεσύπρη Σμαρώ

Η Βάσω επιλέγει μόνιμα τη σιωπή. Ως εργαζόμενη νοικοκυρά, βουλιάζει στην καθημερινότητά της, από ρόλους που 'άλλοι' την υποχρέωσαν να αναλάβει. Σιωπά κι όταν την πληγώνουν, ακόμα και τότε που της φέρονται απαξιωτικά. Μόνη της διέξοδος οι κρυμμένες ζωγραφιές της, και είναι αυτές που την ταξιδεύουν στο χρόνο, στον εαυτό της και τελικά στον έρωτα. Ίσως γιατί βρέθηκε εκείνος στο δρόμο της.

’Το ταξίδι τους σε τρικυμία με φουσκωμένα από έρωτα ιστία, σώματα που χτυπιόντουσαν πάνω σε κύματα θεόρατα, κύματα λευκά αλφαδιασμένα στο πάθος. Οι βάρκες μου... Ο γλάρος του... Τα μπαλόνια της ζωής... Ακόμα κι αν η ζωή θέλει να μου τα βάψει πάλι γκρίζα, εγώ θα βάλω χρώμα...’

Ξετρύπωσε βιαστικά τέσσερα πέντε σκίτσα από το ντουλάπι. Τ’ αράδιασε στο τραπέζι και με το μικρό πινελάκι βάλθηκε να ζωγραφίζει στα σκαριά τους μια λεπτή κόκκινη γραμμή. Όλες οι βάρκες έγιναν πιο χαριτωμένες, αποκτώντας με την ελαφριά καμπυλωτή κόκκινη πινελιά μια επιπλέον κίνηση.
(...)

’Ακόμα κι αν ο ουρανός είναι γκρίζος, εκείνη θα προσπαθήσει να κάνει το γλάρο να τη δει...’

Εκδόσεις Λιβάνη
ISBN: 978-960-14-1344-0
Αρ. σελίδων: 352

Λίγα λόγια για την συγγραφέα
Η Σμαρώ Δεσύπρη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Νοσηλευτική στα Τ.Ε.Ι. Αθηνών και στη συνέχεια εργάστηκε τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Συμμετείχε σε τρεις αποστολές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, στο Ιράκ, τη Λιβερία και την Αιθιοπία. Σήμερα, τον περισσότερο καιρό κατοικεί σ’ ένα μικρό χωριό, λίγο έξω από τη Λάρισα. Το βιβλίο Άσπρα Καράβια τα Όνειρά μου είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.
Έπεσε στα χέρια μου τυχαία. Όταν διάβασα το οπισθόφυλλο πείστηκα ότι έπρεπε να το αγοράσω...

Δευτέρα, Δεκέμβριος 04, 2006

Εκπλήρωση ΙΙΙ

Εκείνη
Δεν ήταν δυνατός άνθρωπος, δεν ήταν τελικά. Το είχε μετανιώσει αλλά η ευκαιρία δίνεται μόνο μια φορά. Δυστυχώς μόνο μια. Αν δεν την δεις; Έχασες. Αν δεν την καταλάβεις; Έχασες. Και αυτή έχασε...
Έχασε, όταν έφυγε εκείνο το βράδυ σαν κυνηγημένη από το βιβλιοπωλείο με δάκρυα στα μάτια, έχασε που έτρεξε μακριά του. Είχε προλάβει μόνο για μια στιγμή να δει τα μάτια του. Τα μάτια του...
Ναι, έπρεπε να μείνει. Να μείνει και να του μιλήσει.
Όχι για να του πει τι έκανε για αυτόν αλλά απλά για να τον ευχαριστήσει που τελικά πίστεψε σε αυτόν. Που ήταν πλέον ‘υπηρέτης’ μόνο του εαυτού του...

Εκείνος
Δεν ήταν δυνατός άνθρωπος, δεν ήταν τελικά. Το είχε μετανιώσει αλλά η ευκαιρία δίνεται μόνο μια φορά. Δυστυχώς μόνο μια. Αν δεν την δεις; Έχασες. Αν δεν την καταλάβεις; Έχασες. Και αυτός έχασε...
Έχασε, όταν εκείνο το βράδυ που την έβλεπε να φεύγει τρέχοντας από το βιβλιοπωλείο, δεν έτρεξε πίσω της. Είχε προλάβει μόνο για μια στιγμή να δει τα μάτια της. Τα μάτια της...
Ναι, έπρεπε να τρέξει πίσω της. Να την προλάβει και να της μιλήσει.
Όχι για να της πει ότι του έλειψε αλλά απλά για να την ευχαριστήσει που πίστεψε σε αυτόν. Που του έμαθε έστω και έτσι να είναι ‘υπηρέτης’ μόνο του εαυτού του...

~~~~

Το βιβλίο έγινε best seller. Εκείνος είναι καταξιωμένος συγγραφέας και εκείνη παραμένει η πιο πιστή του αναγνώστρια...

Κυριακή, Δεκέμβριος 03, 2006

Εκπλήρωση ΙΙ

Έγραφε από μικρό παιδί. Έγραφε όποτε μπορούσε και όπου έβρισκε. Συνήθως στις χαρτοπετσέτες της μαμάς. Πάντα απορούσε η μάνα του πως ξοδεύονται τόσο γρήγορα οι χαρτοπετσέτες της. Έγραφε οποιαδήποτε στιγμή και για ότι του ερχόταν στο μυαλό και το μυαλό του ευτυχώς ήταν πάντα φορτωμένο από ιδέες, από ιστορίες. Απλά έβλεπε, παρατηρούσε και η ιστορία ήδη είχε γραφτεί στο μυαλό του. Στο σχολείο οι καθηγητές του δεν μπορούσαν να δουν το ‘χάρισμα’ του. Μετά η ζωή, η δουλειά, ο γάμος, του έβαλαν εμπόδια που του φαινόταν δίκαια μιας και ποτέ του δεν είχε πιστέψει ότι μπορεί να γράψει, ότι έχει ‘χάρισμα’ στο να γράφει.

Έπρεπε να σπουδάσει, ταυτόχρονα έπρεπε να δουλέψει για να ζήσει, μετά ήρθε στην ζωή του και ο έρωτας και φυσικά ο γάμος. Είχε προδιαγράψει την πορεία του σύμφωνα με τους κανόνες και οι κανόνες του πάντα είχαν προτεραιότητα τους άλλους. Πάντα οι άλλοι. Αυτός ‘υπηρέτης’ τους. Έτσι πίστευε ότι υπεράσπιζε τις αρχές που διδάχθηκε από την οικογένεια του. Έτσι πίστευε ότι έπραττε το καλό και το σωστό.

Πέτυχε στην δουλειά του, έφαγε τα μούτρα του στον γάμο του. Ισοπαλία και ισορροπία. Αλλά μέσα του τον έτρωγε. Ήθελε να γράψει. Να δει το κείμενο του να παίρνει σάρκα και οστά. Να γίνεται βιβλίο. Οι σχέσεις του μετά τον γάμο του, πιο ‘επίπεδες’ ακόμη και από την γυναίκα του. 'Ολες εκτός από εκείνη. Μόνο εκείνη καθόταν αμίλητη και τον άκουγε να της διαβάζει ότι έγραφε. Του άρεσε η κριτική της. Ήταν κριτική με αγάπη. Ήταν κριτική για το καλό. Ήταν κριτική σεβαστή. Θυμόταν όταν οποιαδήποτε στιγμή και αν την έπαιρνε τηλέφωνο για να της διαβάσει τι έγραψε, εκείνη τον άκουγε. Σταματούσε τα πάντα για να τον ακούσει. Του άρεσε να τον ακούει. Ο ερωτάς τους φούντωσε. Αποφάσισαν να ζήσουν μαζί. Τον κάλυπτε σε όλα. Πίστευε ότι ήταν ό,τι καλύτερο του είχε τύχει. Ταίριαζαν σε όλα. Αλλά πάνω από όλα για πρώτη φορά έβλεπε ότι ένας άνθρωπος πίστευε σε αυτόν. Και δεν ήταν μόνο ότι τον άκουγε. Τον πίστευε γενικά. Ήταν μαζί του. Ήταν πλάι του σε όλα. Τον καθοδηγούσε με την κριτική της σκέψη σε δρόμους άξιους για αυτόν. Τον στήριξε ακόμη και στην απόφαση του να φύγει από την δουλειά του για να πάει κάπου καλύτερα μεν αλλά δυστυχώς σε άλλη πόλη, πράγμα που τότε δεν το κατάλαβε. Τότε μάλωσαν. Έτσι χώρισαν. Εκείνη δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει αλλά τον στήριξε.

‘Ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει;’ αναρωτήθηκε και άναψε τσιγάρο μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα των σκέψεων του...

Έπρεπε να τελειώσει επιτέλους το βιβλίο. Να βάλει ένα τέλος. Είχε δυο πιθανά στο μυαλό του και ταλαντευόταν πιο από τα δυο θα ήταν δυνατότερο για το φινάλε. Ακόμη δεν πίστευε το τηλεφώνημα που είχε λάβει πριν δυο μήνες από τον Εκδοτικό Οίκο στο οποίο τον καλούσαν για συζήτηση με θέμα την έκδοση βιβλίου του. Τα είχε χάσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να μιλήσει καλά καλά.

‘Πως τα φέρνει η ζωή, ποτέ δεν το ξέρεις. Αυτό που πρέπει να ξέρεις μόνο είναι η άξια σου...’ αυτό του έλεγε πάντα εκείνη και χωρίς να ξέρει το γιατί, ήταν το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό μόλις έκλεισε τότε το τηλέφωνο.

‘Πίστευε σε μένα, πάντα...’ είπε και αποφάσισε στην πρώτη σελίδα του βιβλίου να υπάρχουν τα λόγια της και αφιέρωση σε αυτήν. Η σκέψη τον χαλάρωσε και το τέλος γράφτηκε μεμιάς. Η πρόσκληση της στην παρουσίαση ήταν σίγουρη. Θα ήθελε να δει τα μάτια της την στιγμή που θα άνοιγε το βιβλίο του. Ήταν σίγουρος ότι πρώτα θα το μύριζε, θα το άγγιζε και μετά...

~~~~

Έτρεμε όταν μπήκε στο βιβλιοπωλείο. Πήγε στα ράφια, πήρε το βιβλίο του στα χέρια της, το άγγιξε, το μύρισε και όταν είδε την αφιέρωση δεν πίστευε στα μάτια της, δάκρυσε...

Παρασκευή, Δεκέμβριος 01, 2006

Εκπλήρωση Ι

Το πρώτο φως της ημέρας τύλιξε το δωμάτιο. Σε λίγο το είχε λούσει όλο. Τα χρώματα του, μόλις άνοιξε τα μάτια της, την ηρέμησαν. Δεν είχε κοιμηθεί καλά. Όνειρα τα οποία δεν μπορούσε καλά καλά να θυμηθεί της είχαν στερήσει αυτό που ήθελε περισσότερο. Να κοιμηθεί. Να κοιμηθεί για να μην σκέφτεται. Είχε κουραστεί να τον σκέφτεται.

Ήθελε απραξία και στο μυαλό αλλά και στο σώμα της...

Σηκώθηκε νωχελικά και πήγε κατευθείαν στην κουζίνα. Έβαλε να ζεστάνει νερό για τον καφέ της. Όση ώρα αυτό έβραζε πήγε στο μπάνιο. Πλύθηκε, έβαλε κρέμα στο κουρασμένο πρόσωπο της και επέστρεψε στην κουζίνα. Ο καφές ετοιμάστηκε στο λεπτό. Κάθισε αναπαυτικά στον καναπέ της και άναψε ένα τσιγάρο. Το βλέμμα της έμεινε στα βιβλία που είχε αγοράσει χθες. Σήμερα ήθελε να μην κάνει τίποτα. Να μην κουνηθεί. Να κάτσει ξαπλωμένη και να διαβάσει. Είχε ανάγκη, είπαμε, την συγκεκριμένη απραξία. Έπιασε ένα από τα βιβλία και άρχισε να το ξεφυλλίζει. Το μύρισε. Το άγγιξε. Διάβασε το οπισθόφυλλο και κάποιες σημειώσεις γύρω από την ζωή του συγγραφέα. Της είχε κάνει εντύπωση το βιβλίο και αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που το αγόρασε χθες. Ήταν το πρώτο μυθιστόρημα ενός νέου συγγραφέα. Η γραφή του της είχε θυμίσει εκείνον.

‘Και εκείνος έτσι ακριβώς έγραφε’ σκέφτηκε και άρχισε να το διαβάζει. Τα μάτια της ρουφούσαν τα λόγια με ταχύτητα εκπληκτική. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Συνέχισε να διαβάζει ώσπου το τηλέφωνο την διέκοψε απότομα.

‘Πάνω στο καλύτερο’ σκέφτηκε και το σήκωσε. Αποδείχθηκε λάθος.

Ο καφές της είχε τελειώσει. Ετοίμασε γρήγορα και άλλον. Κάθισε αναπαυτικότερα και πήρε το βιβλίο στα χέρια της, ξανά. Το κείμενο έτρεχε. Η πλοκή καταπληκτική. Οι χαρακτήρες ανθρώπινοι. Οι σελίδες έφευγαν από μπροστά της η μια πιο γρήγορα από την άλλη. Σε στιγμές έκλεινε το βιβλίο και φανταζόταν την ιστορία και τους ήρωες της να είναι μπροστά της και να μιλούν. Τόσο δυνατό ήταν το κείμενο. Το σκηνικό στημένο μπροστά στα δικά της μάτια και μόνο για αυτήν.

‘Έπρεπε να τον είχα βοηθήσει. Έπρεπε να τον είχα σπρώξει να κάνει κάτι περισσότερο. Σίγουρα θα μπορούσε να είναι δικό του αυτό το βιβλίο. Το άξιζε.’ σκέφτηκε και έκλεισε το βιβλίο απότομα. Την πείραξε και μόνο η σκέψη ότι δεν έκανε τίποτα, όταν έπρεπε. Δεν τον ενθάρρυνε. Δεν του έδωσε κουράγιο. Δεν τον στήριξε. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχε κάτι δικά του χειρόγραφα. Σημειώσεις του, κείμενα του. Σηκώθηκε απότομα και πήγε στην βιβλιοθήκη της. Τα βρήκε αμέσως. Τα είχε επιμελώς κρύψει εκεί. Ήταν χειρόγραφα δικά του τα οποία κάποια στιγμή τα είχε βρει πεταμένα στο καλάθι του. Τα διάβασε ξανά και θυμήθηκε τον λόγο που και τότε την είχε κάνει να μην τα πετάξει τελικά, ήταν απλά καταπληκτικά...

‘Θα το κάνω. Ναι. Του αξίζει. Θα τα στείλω σε εκδοτικούς οίκους’ είπε και αμέσως ντύθηκε για να πάει να τα βγάλει φωτοτυπίες, να αγοράσει φακέλους και γραμματόσημα. Γύρισε και αμέσως έπεσε στην δουλειά. Βρήκε διευθύνσεις, τα έβαλε σε φακέλους, κόλλησε με την ευχή της τα γραμματόσημα και τα πήγε αμέσως στο πιο κοντινό της γραμματοκιβώτιο για να τα ρίξει. Με κλειστά τα μάτια τα φίλησε ένα ένα, έτσι πίστεψε ότι όλη η αγάπη της θα δινόταν στους φακέλους. Εκείνη την στιγμή ένιωσε ότι επιτέλους έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει όταν ήταν μαζί του...

~~~~

Άνοιξε το γράμμα με αγωνία, ήταν από εκείνον που την προσκαλούσε στην παρουσίαση του πρώτου του βιβλίου...

Τα ίδια και φέτος;

Ναι. Τα ίδια και απαράλλακτα. Τα ίδια φωτάκια, τα ίδια στολίδια, τα ίδια εδώ και τόσα χρόνια. Και εγώ η ίδια φυσικά. Αρνητική. Εκνευρισμένη. Θυμωμένη. Αντιδραστική. Εγωίστρια...
Σήμερα είναι η πρώτη μέρα του τελευταίου μήνα του χρόνου. 1η Δεκεμβρίου και όλα αρχίζουν να στολίζονται. Να βάζουν χρυσόσκονη και να πετάνε από ευτυχία και χαρά. Να μυρίζουν. Να γελάνε. Να χαίρονται. Εγώ όχι. Τα τελευταία χρόνια (και δεν είναι λίγα...) αυτός ο μήνας είναι από τους χειροτέρους μου.
Γιατί; Γιατί πρέπει να είμαι χαρούμενη. Να δείχνω χαρούμενη. Γιατί πρέπει να είμαι χαμογελαστή. Να δείχνω χαμογελαστή. Γιατί πρέπει να είμαι ευτυχισμένη. Να δείχνω ευτυχισμένη.
Ε, λοιπόν δεν είμαι τίποτα από όλα τα παραπάνω. Δεν μου αρέσουν οι γιορτές. Μου άρεσαν κάποτε δεν λέω, αλλά αυτό το κάποτε είναι τόσο μακρινό που μόνο με πολύ προσπάθεια μπορώ να το θυμηθώ.
Δεν μου αρέσει η πολυκοσμία στους δρόμους, δεν μου αρέσουν οι πανέμορφα στολισμένες βιτρίνες, δεν μου αρέσουν όλα να έχουν πάνω τους τόνους χρυσόσκονη, δεν μου αρέσουν οι μυρωδιές στην αέρα από τα ψημένα κάστανα ή από τα μυρωδάτα κάθε λογής γλυκά, δεν μου αρέσουν τα σχέδια για το ρεβεγιόν με όλη την οικογένεια μαζεμένη, δεν μου αρέσουν τα πολύχρωμα δώρα...
Δεν μου αρέσει να στολίζω το χριστουγεννιάτικο δέντρο, δεν μου αρέσει να στέλνω ευχετήριες κάρτες, δεν μου αρέσει να γράφω γράμμα στον Αι Βασίλη...
Δεν μου αρέσει τίποτα, πια. Το ίδιο μαρτύριο και φέτος, λοιπόν. Τα ίδια για μια ακόμη χρονιά. Θέλω να είμαι μόνη. Σιωπηλή. Σε ένα σπίτι ‘αστόλιστο’. Σε ένα σπίτι που να μην είναι λαμπερό και πολύχρωμο. Σε ένα σπίτι βουβό. Σε ένα σπίτι που το κουδούνι δεν θα το χτυπήσουν παιδάκια για να πουν τα κάλαντα. Σε μιά κουζίνα που δεν θα μοσχοβολάει λεμόνι και κανέλα. Σε δρόμους άδειους. Σε βιτρίνες άχρωμες...
Θα τα καταφέρω και φέτος; Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι θα περάσει και αυτό. Θα περάσει, που θα πάει, θα περάσει...